Κυριακή 17 Απριλίου 2016

Πένθος για κάτι που ποτέ δεν είχαμε







Υπάρχει ένα πένθος που εκ πρώτης όψεως φαίνεται διαφορετικό από τα άλλα.
Πρόκειται για τον πόνο που βιώνουν όσοι φαντάζονται πως θα έρθει η μέρα να αποκτήσουν κάτι, αλλά κάποια στιγμή προσγειώνονται και συνειδητοποιούν πως αυτό το κάτι ποτέ δεν θα το έχουν.
Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει απώλεια, γιατί δεν γίνεται να χάσει κανείς κάτι που δεν είχε. Πως μπορεί, λοιπόν, να το αισθάνεται σαν απώλεια;
Φαίνεται πως είναι μια εξαίρεση.
Πενθούμε για το χαμό κάποιου πράγματος που ποτέ δεν είχαμε.

Λέω μέσα μου: «Μα κάτι πρέπει να υπάρχει… κάτι πρέπει να είχε στα χέρια του ο άνθρωπος για να δικαιολογείται η ύπαρξη της απώλειας».
Και απαντώ ότι, ασφαλώς, υπάρχει κάτι που είχε.
Είχε την ψευδαίσθηση.
Είχε τη φαντασίωση.
Είχε το όνειρο.

Αυτό που χάνει, λοιπόν, και για αυτό υποφέρει, είναι αυτή η ψευδαίσθηση, η φαντασίωση, και όταν το συνειδητοποιήσει, θα πρέπει να επεξεργαστεί το πένθος για να μπορέσει να αποχωριστεί αυτό που δεν υπάρχει πια σα φαντασίωση.

Το όνειρό υπάρχει από μόνο του.
Αν νιώθω ότι οι ψευδαισθήσεις, οι φαντασιώσεις και τα όνειρά μου είναι πραγματικά, τότε υπάρχουν.
Δένομαι με τα όνειρά μου, όπως δένομαι με ό,τι είναι πραγματικό, με όσους γνωρίζω και έχω μαζί τους μια σχέση.
Και όταν με πείθει η πραγματικότητα πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, είναι σαν κάτι να πεθαίνει. Για αυτό κι εγώ, όπως γίνεται και με τα πρόσωπα, μένω προσκολλημένος στη φαντασίωσή μου.
Όπως με τα γεγονότα λοιπόν, έτσι και με τις φαντασιώσεις, είναι ανάγκη να απαγκιστρωθώ.
Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να δεχτώ, ότι ο κόσμος δεν είναι όπως θα ήθελα. Το αποτέλεσμα θα είναι, τότε, ότι θα ζήσω ένα πένθος γι’ αυτήν την απώλεια. Ένα πένθος που θα πρέπει να επεξεργαστώ.

Πρέπει να δεχτώ ότι ο κόσμος είναι αυτός που είναι, και να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι έτσι έχουν τα πράγματα.
Πρέπει να δεχτώ, πως ο δρόμος μου δεν περνά από την απόκτηση όλων όσων ονειρεύομαι.
Μπορεί να περνάει από κάπου αλλού, από εκεί που ούτε το φαντάστηκα ποτέ.
Αν όμως δεν βρω το θάρρος να λύσω το σχοινί που με δένει με το όνειρο, δεν θα μπορέσω να συνεχίσω το ταξίδι μου προς την αυτογνωσία.

«Ωριμάζω σημαίνει αφήνω πίσω κάτι που χάθηκε, έστω κι αν πρόκειται για ένα φανταστικό κενό. Επεξεργάζομαι το πένθος, σημαίνει ότι εγκαταλείπω ένα προηγούμενο κενό, (είτε εσωτερικό είτε εξωτερικό) που μου φαινόταν πιο ασφαλές, πιο προστατευμένο, και που νόμιζα ότι μπορούσα να το προβλέψω.
Το αφήνω για να πάω στο διαφορετικό. Περνάω από το γνωστό στο άγνωστο.
Αυτό με υποχρεώνει αναπόφευκτα να μεγαλώσω.
Το γεγονός ότι ξέρω πως μπορώ να αντέξω το πένθος, -και ξέρω ακόμη ότι μπορώ να απαλλαγώ από αυτό που μου συμβαίνει, αν το αποφασίσω-, μου επιτρέπει να συνεχίσω να κάνω ό,τι κάνω, αν αυτή είναι η απόφασή μου.

Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος των δακρύων, εκδ opera

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

Η συμβολική γλώσσα του ονείρου




"Ένα Όνειρο πού δεν εΐναι κατανοητό μοιάζει με επιστολή πού δεν ανοίχτηκε. "

Ταλμούδ 


Για τον Φρόυντ η συμβολική γλώσσα δεν είναι μια γλώσσα που μπορεί να εκφράσει οποιουδήποτε είδους αίσθημα και σκέψη με έναν ιδιαίτερο τρόπο, αλλά μια γλώσσα που εκφράζει μόνο ορισμένες πρωτογενείς ενστικτώδεις επιθυμίες. Στην τεράστια πλειονότητα τους τα σύμβολα είναι σεξουαλικής φύσης.

Το αρσενικό γεννητικό μόριο συμβολίζεται με ραβδιά, δέντρα, ομπρέλες, μαχαίρια, μολύβια, σφυριά, αεροπλάνα και πολλά άλλα αντικείμενα που μπορούν να το αντιπροσωπεύουν είτε μα το σχήμα τους είτε με τη λειτουργία τους. Το θηλυκό γεννητικό μόριο παρουσιάζεται κατά τον ίδιο τρόπο με σπηλιές, μπουκάλες, κουτιά, πόρτες, κοσμηματοθήκες, κήπους, λουλούδια κλπ.

Η σεξουαλική απόλαυση παρουσιάζεται με δραστηριότητες όπως ο χορός, η ιππασία, η ορειβασία, το πέταγμα με αεροπλάνα. 
Η πτώση τρίχας ή δοντιών είναι μια συμβολική παρουσίαση ευνουχισμού.

Ξέχωρα από τα σεξουαλικά στοιχεία, τα σύμβολα εκφράζουν τις θεμελιώδεις εμπειρίες του μικρού παιδιού. Ο πατέρας και η μητέρα συμβολίζεται σα βασιλιάς και βασίλισσα ή αυτοκράτορας και αυτοκράτειρα, τα παιδιά σα ζώα και ο θάνατος σαν ταξίδι.




Ωστόσο στην ερμηνευτική των ονείρων ο Φρόυντ μεταχειρίζεται περισσότερο συμπτωματικά παρά καθολικά σύμβολα. Υποστηρίζει ότι για να ερμηνεύσουμε το όνειρο πρέπει να το τεμαχίσουμε σε αρκετά κομμάτια και έτσι να το απαλλάξουμε από την ημιλογική συνέχειά του. Κατόπιν προσπαθούμε να δώσουμε συνειρμό σε κάθε στοιχείο του ονείρου και να αποκαταστήσουμε τα μέρη που εμφανίζονται στο όνειρο με τις σκέψεις που έρχονται στο μυαλό μας κατά τη διαδικασία αυτή του συνειρμού.

Αν συναρμολογήσουμε τις σκέψεις στις οποίες καταλήξαμε με τον ελεύθερο συνειρμό, φτάνουμε σε ένα νέο κείμενο που έχει μια εσωτερική συνέπεια και λογική και μας αποκαλύπτει την αληθινή σημασία του ονείρου.

Αυτό το αληθινό όνειρο, που αποτελεί την έκφραση των παιδικών μας επιθυμιών, ο Φρόυντ το ονομάζει «κρυφό όνειρο» («λανθάνον όνειρο»).
Η παραμορφωμένη παραλλαγή του ονείρου όπως το θυμόμαστε είναι «το φανερό όνειρο» («έκδηλο όνειρο») και η διαδικασία παραμόρφωσης και απόκρυψης είναι η «ονειρική επεξεργασία».
Οι κύριοι μηχανισμοί με τους οποίους η ονειρική επεξεργασία μεταθέτει το κρυφό όνειρο σε φανερό όνειρο είναι η συμπύκνωση, η μετάθεση και η δευτερογενής επεξεργασία.

Λέγοντας συμπύκνωση ο Φρόυντ αναφέρεται στο ότι το φανερό όνειρο είναι κατά πολύ μικρότερο από το κρυφό όνειρο. Η συμπύκνωση παραβλέπει έναν αριθμό στοιχείων του κρυφού ονείρου, συνδυάζει τα κομμάτια των διάφορων στοιχείων, και τα συμπυκνώνει σε ένα νέο στοιχείο, στο φανερό όνειρο. Αν λόγου χάρη κάποιος ονειρευτεί ένα αυταρχικό αρσενικό πρόσωπο που το φοβάται, ενδέχεται στο φανερό όνειρο να δει έναν άνθρωπο που τα μαλλιά του μοιάζουν με τα μαλλιά του πατέρα του, που το πρόσωπό του είναι σαν το πρόσωπο ενός φοβερού δασκάλου και που είναι ντυμένος σαν τον εργοδότη του ονειρευτή.
[…]

Λέγοντας μετατόπιση ο Φρόυντ αναφέρεται στο ότι ένα στοιχείο του κρυφού ονείρου, που συχνά είναι πολύ σπουδαίο, εκφράζεται από ένα απομακρυσμένο στοιχείο στο φανερό όνειρο, συνήθως ένα στοιχείο που φαίνεται να είναι πέρα για πέρα ασήμαντο. Σαν αποτέλεσμα, το κρυφό όνειρο συχνά μεταχειρίζεται το πραγματικά σπουδαία στοιχεία σα να μην έχουν ιδιαίτερη σημασία και έτσι αποκρύβει την αληθινή σημασία του ονείρου.


Λέγοντας δευτερογενή επεξεργασία ο Φρόυντ εννοεί το μέρος εκείνο της ονειρικής επεξεργασίας που ολοκληρώνει τη διαδικασία απόκρυψης και μορφοποίησης. Τα χάσματα στο φανερό όνειρο πληρώνονται, οι ασυνέπειες επανορθώνονται, με αποτέλεσμα το φανερό όνειρο να παίρνει τη μορφή μια λογικής και γεμάτης συνέπεια ιστορίας που πίσω από την πρόσοψη της κρύβεται το συναρπαστικό και δραματικό ονειρικό έργο.

Ο Φρόυντ αναφέρει δύο άλλους παράγοντες που κάνουν την κατανόηση του ονείρου δύσκολη και προσθέτουν στην παραμορφωτική λειτουργία της ονειρικής επεξεργασίας. Το ένα είναι ότι πολύ συχνά τα στοιχεία που υπάρχουν αντιπροσωπεύουν ακριβώς το αντίθετό τους. Τα να φοράει κανείς ρούχα μπορεί να συμβολίζει τη γυμνότητα, το να είναι πλούσιος μπορεί να σημαίνει πως είναι φτωχός, και το αίσθημα της έντονης αφοσίωσης μπορεί να αντικαθιστά αισθήματα εχθρότητας και οργής.
Ο άλλος παράγοντας είναι ότι το φανερό όνειρο δεν εκφράζει λογικές σχέσεις ανάμεσα στα διάφορα στοιχεία του. Δεν έχει «αλλά», «κατά συνέπεια», «επειδή», «εάν», αλλά εκφράζει τις λογικές εκείνες σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα εικονικά είδωλα. Ο ονειρευτής μπορεί λόγου χάρη να ονειρεύεται πως ένα πρόσωπο στέκεται όρθιο και σηκώνει το χέρι του και πως κατόπι μεταμορφώνεται σε κοτόπουλο. Στην ξύπνια γλώσσα η ονειρική σκέψη θα μπορούσε να εκφραστεί ότι σημαίνει: «δίνει την εντύπωση ότι είναι δυνατός, αλλά στην πραγματικότητα είναι αδύνατος και δειλός σαν κοτόπουλο». Στο φανερό όνειρο η λογική αυτή σχέση εκφράζεται σα μια αλληλουχία δύο εικόνων.


Στη σύντομη αυτή περιγραφή της ονειρικής θεωρίας του Φρόυντ πρέπει να γίνει μια σπουδαία προσθήκη. Η έμφαση στην παιδική φύση του ονειρικού περιεχομένου θα μπορούσε να μας οδηγήσει να πιστέψουμε ότι ο Φρόυντ δε θεωρεί πως υπάρχει κάποιος σπουδαίος δεσμός του ονείρου με το παρόν, αλλά μόνο με το παρελθόν. Πάντως αυτό δε συμβαίνει. Ο Φρόυντ υποθέτει ότι το όνειρο υποκινείται πάντα από ένα τωρινό γεγονός, συνήθως τη μέρα ή το βράδυ πριν το όνειρο. Αλλά ένα όνειρο προκαλείται μόνο από τα γεγονότα εκείνα που συνδέονται με τις πρώιμες παιδικές επιθυμίες. Η ενέργεια για τη δημιουργία του ονείρου πηγάζει από την ένταση της παιδικής εμπειρίας, αλλά το όνειρο δε θα παρουσιαζόταν αν δεν υπήρχε το πρόσφατο γεγονός που έθιξε την πρώιμη εμπειρία που έκανε δυνατή την εμφάνιση του στην ιδιαίτερη αυτή στιγμή. Ένα απλό παράδειγμα θα φωτίσει αυτό το σημείο: Ένας άνθρωπος που εργάζεται κάτω από έναν αυταρχικό εργοδότη μπορεί να φοβάται πέρα απ’ όσο πρέπει αυτό τον άνθρωπο εξαιτίας του φόβου που είχε για τον πατέρα του σαν παιδί. Το βράδυ της ημέρας που ο εργοδότης του τον επέπληξε […], είδε έναν εφιάλτη όπου ένα πρόσωπο με μορφή ανάμικτη σαν τον πατέρα του και τον εργοδότη του προσπαθούσε να τον σκοτώσει. Αν δεν φοβόταν τον πατέρα του σαν παιδί, ο εκνευρισμός του εργοδότη του δε θα τον τρόμαζε. Αν όμως ο εργοδότης δεν εκνευριζόταν εκείνη την ημέρα, ο βαθιά εδραιωμένος φόβος του δε θα έβγαινε στην επιφάνεια και το όνειρο δε θα συνέβαινε.


Έριχ Φρομ     Η ξεχασμένη γλώσσα