Υπάρχει ένα πένθος που εκ πρώτης όψεως φαίνεται διαφορετικό από τα άλλα.
Πρόκειται για τον πόνο που βιώνουν όσοι φαντάζονται πως θα έρθει η μέρα να αποκτήσουν κάτι, αλλά κάποια στιγμή προσγειώνονται και συνειδητοποιούν πως αυτό το κάτι ποτέ δεν θα το έχουν.
Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει απώλεια, γιατί δεν γίνεται να χάσει κανείς κάτι που δεν είχε. Πως μπορεί, λοιπόν, να το αισθάνεται σαν απώλεια;
Φαίνεται πως είναι μια εξαίρεση.
Πενθούμε για το χαμό κάποιου πράγματος που ποτέ δεν είχαμε.
Λέω μέσα μου: «Μα κάτι πρέπει να υπάρχει… κάτι πρέπει να είχε στα χέρια του ο άνθρωπος για να δικαιολογείται η ύπαρξη της απώλειας».
Και απαντώ ότι, ασφαλώς, υπάρχει κάτι που είχε.
Είχε την ψευδαίσθηση.
Είχε τη φαντασίωση.
Είχε το όνειρο.
Πρόκειται για τον πόνο που βιώνουν όσοι φαντάζονται πως θα έρθει η μέρα να αποκτήσουν κάτι, αλλά κάποια στιγμή προσγειώνονται και συνειδητοποιούν πως αυτό το κάτι ποτέ δεν θα το έχουν.
Στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει απώλεια, γιατί δεν γίνεται να χάσει κανείς κάτι που δεν είχε. Πως μπορεί, λοιπόν, να το αισθάνεται σαν απώλεια;
Φαίνεται πως είναι μια εξαίρεση.
Πενθούμε για το χαμό κάποιου πράγματος που ποτέ δεν είχαμε.
Λέω μέσα μου: «Μα κάτι πρέπει να υπάρχει… κάτι πρέπει να είχε στα χέρια του ο άνθρωπος για να δικαιολογείται η ύπαρξη της απώλειας».
Και απαντώ ότι, ασφαλώς, υπάρχει κάτι που είχε.
Είχε την ψευδαίσθηση.
Είχε τη φαντασίωση.
Είχε το όνειρο.
Αυτό που χάνει, λοιπόν, και για αυτό υποφέρει, είναι αυτή η ψευδαίσθηση, η φαντασίωση, και όταν το συνειδητοποιήσει, θα πρέπει να επεξεργαστεί το πένθος για να μπορέσει να αποχωριστεί αυτό που δεν υπάρχει πια σα φαντασίωση.
Το όνειρό υπάρχει από μόνο του.
Αν νιώθω ότι οι ψευδαισθήσεις, οι φαντασιώσεις και τα όνειρά μου είναι πραγματικά, τότε υπάρχουν.
Δένομαι με τα όνειρά μου, όπως δένομαι με ό,τι είναι πραγματικό, με όσους γνωρίζω και έχω μαζί τους μια σχέση.
Και όταν με πείθει η πραγματικότητα πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, είναι σαν κάτι να πεθαίνει. Για αυτό κι εγώ, όπως γίνεται και με τα πρόσωπα, μένω προσκολλημένος στη φαντασίωσή μου.
Όπως με τα γεγονότα λοιπόν, έτσι και με τις φαντασιώσεις, είναι ανάγκη να απαγκιστρωθώ.
Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να δεχτώ, ότι ο κόσμος δεν είναι όπως θα ήθελα. Το αποτέλεσμα θα είναι, τότε, ότι θα ζήσω ένα πένθος γι’ αυτήν την απώλεια. Ένα πένθος που θα πρέπει να επεξεργαστώ.
Πρέπει να δεχτώ ότι ο κόσμος είναι αυτός που είναι, και να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι έτσι έχουν τα πράγματα.
Πρέπει να δεχτώ, πως ο δρόμος μου δεν περνά από την απόκτηση όλων όσων ονειρεύομαι.
Μπορεί να περνάει από κάπου αλλού, από εκεί που ούτε το φαντάστηκα ποτέ.
Αν όμως δεν βρω το θάρρος να λύσω το σχοινί που με δένει με το όνειρο, δεν θα μπορέσω να συνεχίσω το ταξίδι μου προς την αυτογνωσία.
«Ωριμάζω σημαίνει αφήνω πίσω κάτι που χάθηκε, έστω κι αν πρόκειται για ένα φανταστικό κενό. Επεξεργάζομαι το πένθος, σημαίνει ότι εγκαταλείπω ένα προηγούμενο κενό, (είτε εσωτερικό είτε εξωτερικό) που μου φαινόταν πιο ασφαλές, πιο προστατευμένο, και που νόμιζα ότι μπορούσα να το προβλέψω.
Το αφήνω για να πάω στο διαφορετικό. Περνάω από το γνωστό στο άγνωστο.
Αυτό με υποχρεώνει αναπόφευκτα να μεγαλώσω.
Το γεγονός ότι ξέρω πως μπορώ να αντέξω το πένθος, -και ξέρω ακόμη ότι μπορώ να απαλλαγώ από αυτό που μου συμβαίνει, αν το αποφασίσω-, μου επιτρέπει να συνεχίσω να κάνω ό,τι κάνω, αν αυτή είναι η απόφασή μου.
Το όνειρό υπάρχει από μόνο του.
Αν νιώθω ότι οι ψευδαισθήσεις, οι φαντασιώσεις και τα όνειρά μου είναι πραγματικά, τότε υπάρχουν.
Δένομαι με τα όνειρά μου, όπως δένομαι με ό,τι είναι πραγματικό, με όσους γνωρίζω και έχω μαζί τους μια σχέση.
Και όταν με πείθει η πραγματικότητα πως αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, είναι σαν κάτι να πεθαίνει. Για αυτό κι εγώ, όπως γίνεται και με τα πρόσωπα, μένω προσκολλημένος στη φαντασίωσή μου.
Όπως με τα γεγονότα λοιπόν, έτσι και με τις φαντασιώσεις, είναι ανάγκη να απαγκιστρωθώ.
Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει να δεχτώ, ότι ο κόσμος δεν είναι όπως θα ήθελα. Το αποτέλεσμα θα είναι, τότε, ότι θα ζήσω ένα πένθος γι’ αυτήν την απώλεια. Ένα πένθος που θα πρέπει να επεξεργαστώ.
Πρέπει να δεχτώ ότι ο κόσμος είναι αυτός που είναι, και να συμφιλιωθώ με το γεγονός ότι έτσι έχουν τα πράγματα.
Πρέπει να δεχτώ, πως ο δρόμος μου δεν περνά από την απόκτηση όλων όσων ονειρεύομαι.
Μπορεί να περνάει από κάπου αλλού, από εκεί που ούτε το φαντάστηκα ποτέ.
Αν όμως δεν βρω το θάρρος να λύσω το σχοινί που με δένει με το όνειρο, δεν θα μπορέσω να συνεχίσω το ταξίδι μου προς την αυτογνωσία.
«Ωριμάζω σημαίνει αφήνω πίσω κάτι που χάθηκε, έστω κι αν πρόκειται για ένα φανταστικό κενό. Επεξεργάζομαι το πένθος, σημαίνει ότι εγκαταλείπω ένα προηγούμενο κενό, (είτε εσωτερικό είτε εξωτερικό) που μου φαινόταν πιο ασφαλές, πιο προστατευμένο, και που νόμιζα ότι μπορούσα να το προβλέψω.
Το αφήνω για να πάω στο διαφορετικό. Περνάω από το γνωστό στο άγνωστο.
Αυτό με υποχρεώνει αναπόφευκτα να μεγαλώσω.
Το γεγονός ότι ξέρω πως μπορώ να αντέξω το πένθος, -και ξέρω ακόμη ότι μπορώ να απαλλαγώ από αυτό που μου συμβαίνει, αν το αποφασίσω-, μου επιτρέπει να συνεχίσω να κάνω ό,τι κάνω, αν αυτή είναι η απόφασή μου.
Χόρχε Μπουκάι, Ο δρόμος των δακρύων, εκδ opera
