Σάββατο 17 Μαρτίου 2018

Υπόθεση Ταυτότητας - Όλιβερ Σακς (Κεφ 12)



Όλιβερ Σακς – Υπόθεση Ταυτότητας








— Τι θα πάρουμε σήμερα; λέει τρίβοντας τα χέρια του. Μισή λίβρα Βιρτζίνια, ένα ωραίο κομμάτι Νόβα;(Προφανώς με έβλεπε σαν έναν πελάτη· συχνά σήκωνε το τηλέφωνο της πτέρυγας του νοσοκομείου λέγοντας «Παντοπωλείο Τόμσον, ορίστε».)


— Ω, κ. Τόμσον! του φώναξα. Ποιος νομίζετε ότι είμαι;


— Α στο καλό, το φως φταίει, είναι κακό, σας πήρα για πελάτη. Μα είναι ο παλιός μου φίλος, ο Τομ Πίτκινς… Εγώ και ο Τομ (ψιθυρίζει στο αυτί της νοσοκόμας) πηγαίναμε πάντα στον ιππόδρομο μαζί.


— Κύριε Τόμσον, κάνετε πάλι λάθος.


— Όντως κάνω λάθος, συμφωνεί, χωρίς να ενοχληθεί καθόλου. Γιατί θα φορούσες μια άσπρη μπλούζα, αν ήσουν ο Τομ; Είσαι ο Χίμυ, ο χασάπης κασέρ στη δίπλα πόρτα. Αν και δεν έχεις λεκέδες από αίμα στην μπλούζα σου. Πήγαν άσκημα οι δουλειές σήμερα; Μην ανησυχείς, μέχρι το τέλος της βδομάδας θα μοιάζεις με σφαγείο!


Νιώθοντας και εγώ ο ίδιος να παρασύρομαι σ’ αυτό το στρόβιλο των ταυτοτήτων, έδειξα το στηθοσκόπιο μου κουνώντας το στο λαιμό μου, απ’ όπου κρεμόταν.


—Ένα στηθοσκόπιο! φώναξε. Και ισχυρίζεσαι ότι είσαι ο Χίμυ! Εσείς οι μηχανικοί έχετε αρχίσει όλοι να παριστάνετε τους γιατρούς στα σοβαρά, μ’ αυτές τις άσπρες μπλούζες και τα στηθοσκόπια, σαν να σας χρειαζόταν ένα στηθοσκόπιο για να ακούσετε ένα αυτοκίνητο! Έτσι, λοιπόν, είσαι ο παλιός μου φίλος ο Μάνερς από το σταθμό της Μόμπιλ στο τέρμα του τετραγώνου. Έλα μέσα να πιεις το ουίσκι σου με κόκα…


Ο Ουίλιαμ Τόμσον έτριψε πάλι τα χέρια του με την κίνηση του μπακάλη και αναζήτησε τον πάγκο του. Καθώς δεν τον έβρισκε, με κοίταξε πάλι με απορία.


— Πού βρίσκομαι; είπε με ένα βλέμμα ξαφνικά τρομοκρατημένο. Νόμισα ότι ήμουνα στο μαγαζί μου, γιατρέ, θα ‘μουν αφηρημένος φαίνεται… Θέλετε να βγάλω την μπλούζα μου να μου πάρετε τα ακροαστικά ως συνήθως;


—Όχι, όχι ως συνήθως. Δεν είμαι ο συνηθισμένος σας γιατρός.


— Πράγματι, δεν είσαστε. Μπορούσα να το καταλάβω αμέσως! Δεν είσαστε ο συνηθισμένος μου γιατρός που μου χτυπά το στήθος. Και, μα το Χριστό, έχετε ένα μούσι! Μοιάζετε με τον Sigmund Freud. Μπας και τρελάθηκα, μουρλάθηκα;


—Όχι, κ. Τόμσον, δεν τρελαθήκατε. Έχετε μόνο μερικά προβλήματα με τη μνήμη σας, μερικές δυσκολίες να θυμάστε και να αναγνωρίζετε τους ανθρώπους.


— Ναι, η μνήμη μου μου κάνει μερικά κόλπα, παραδέχτηκε. Μερικές φορές κάνω λάθη, παίρνω κάποιον για κάποιον άλλο… Τι θα πάρετε τώρα, Νόβα ή Βιρτζίνια;


Έτσι γινόταν πάντα, κάθε φορά με παραλλαγές, με απρόοπτους αυτοσχεδιασμούς, πάντα ξαφνικούς, συχνά αστείους, κάποτε έξυπνους και τελικά τραγικούς. Ο κ. Τόμσον θα με αναγνώριζε —θα με αναγνώριζε λάθος, θα με ψευτοαναγνώριζε— σαν μια ντουζίνα διαφορετικούς ανθρώπους στη διάρκεια πέντε λεπτών. Θα πέρναγε ταχύτατα, ανετότατα, από μία εικασία, μία υπόθεση, μία πεποίθηση, στην επόμενη, χωρίς την παραμικρή ένδειξη αβεβαιότητας καμιά στιγμή· ποτέ δεν ήξερε ποιος ήμουν ή τι ήταν και πού ο ίδιος βρισκόταν: ένας πρώην μπακάλης, που έπασχε από ένα βαρύ σύνδρομο Korsakov, σε ένα νευρολογικό ίδρυμα.





Δε θυμόταν τίποτα για περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα. Έχανε διαρκώς τον προσανατολισμό του. Άβυσσοι αμνησίας ανοίγονταν συνεχώς κάτω από τα πόδια του, τις γεφύρωνε, όμως, αμέσως με αυθόρμητες μυθοπλασίες και φανταστικές ιστορίες κάθε είδους. Για τον ίδιο, αυτές οι ιστορίες δεν ήταν φανταστικές, ήταν ο τρόπος με τον οποίο ξαφνικά έβλεπε ή ερμήνευε τον κόσμο.


Μην μπορώντας ποτέ να ανεχτεί, να παραδεχτεί, ούτε για μια στιγμή, αυτή τη διαρκή ριζική αλλαγή και την ασυναρτησία που έμοιαζε να έχει ο κόσμος εξαιτίας της αμνησίας του, τη θέση τους έπαιρνε αυτή η παράξενη, παραληρηματική, ατελής συνοχή, καθώς ο κ. Τόμσον με τις ασταμάτητες, ασυνείδητες, ταχύτατες εφευρέσεις του αυτοσχεδίαζε συνεχώς έναν κόσμο γύρω του, έναν κόσμο από τις Χίλιες και μια Νύχτες, μία φαντασμαγορία, ένα όνειρο με ανθρώπους, μορφές και καταστάσεις που διαρκώς άλλαζε μια σειρά συνεχών καλειδοσκοπικών μεταλλαγών και μεταμορφώσεων. Για τον ίδιο τον κ. Τόμσον, όμως, όλα αυτά δεν ήταν καθόλου ένας ιστός από διαρκώς μεταβαλλόμενες, φευγαλέες φαντασιώσεις και ψευδαισθήσεις, αλλά αποτελούσαν έναν εντελώς κανονικό, σταθερό και τεκμηριωμένο κόσμο.





Για τον ίδιο δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Μία μέρα τού συνέβη να βγει και παρουσιάστηκε στο γραφείο της εισόδου σαν «αιδεσιμότατος Ουίλιαμ Τόμσον», ζήτησε να του βρουν ένα ταξί και έφυγε για όλη τη μέρα. Ο ταξιτζής, με τον οποίο μιλήσαμε αργότερα, μας είπε ότι ποτέ δεν του είχε τύχει ένας τόσο συναρπαστικός πελάτης, γιατί ο κ. Τόμσον του διηγόταν τη μία ιστορία μετά την άλλη, εκπληκτικές ιστορίες με ήρωα τον εαυτό του, γεμάτες από φανταστικές περιπέτειες. «Έμοιαζε να έχει πάει παντού, να έχει κάνει τα πάντα, να έχει συναντήσει τους πάντες. Μου ήταν δύσκολο να πιστέψω ότι μπορούσαν να έχουν συμβεί τόσα πράγματα σε μία και μοναδική ζωή», μας είπε. Του απαντήσαμε ότι «δεν είναι ακριβώς μία μοναδική ζωή, αλλά πρόκειται για κάτι περίεργο, για μια υπόθεση ταυτότητας»…


(Μία ιστορία εντελώς όμοια αναφέρει ο Luria στη Νευροψυχολογία της Μνήμης (1976),όπου ο μαγεμένος ταξιτζής κατάλαβε ότι ο εξωτικός πελάτης του ήταν άρρωστος μόνο όταν αυτός του έδωσε για κόμιστρο ένα φύλλο θερμοκρασίας του νοσοκομείου που κρατούσε. Μόνο τότε κατάλαβε ότι αυτή η Σεχραζάτ, που ύφανε 1001 παραμύθια, ήταν ένας «απ' αυτούς τους παράξενους ασθενείς» του Νευρολογικού Ινστιτούτου) 

Ο Τζίμυ Γκ.,ένας άλλος ασθενής με Korsakov που έχω περιγράψει εκτεταμένα στο κεφάλαιο 2, είχε
ηρεμήσει εδώ και πολύ καιρό, περνώντας την οξεία φάση του συνδρόμου, και έμοιαζε να έχει σταθεροποιηθεί σε μία κατάσταση όπου ήταν μόνιμα χαμένος (ή, ίσως, μέσα σε ένα διαρκές όνειρο που έμοιαζε με παρόν ή μέσα σε μία διαρκή αναπόληση του παρελθόντος).
Ο κ. Τόμσον όμως, μόλις έβγαινε από το νοσοκομείο —το Korsakov  (σ.σ. η νόσος του) είχε εκδηλωθεί μόλις τρεις βδομάδες πριν, όταν παρουσιάστηκε ένας πολύ υψηλός πυρετός, έπεσε σε ένα παραλήρημα και σταμάτησε να αναγνωρίζει την οικογένεια του— και εξακολουθούσε να βρίσκεται σε βρασμό, εξακολουθούσε να είναι χωμένος μέσα σε ένα σχεδόν φρενήρες μυθοπλαστικό παραλήρημα (αυτό που ονομάζεται μερικές φορές «ψύχωση του Korsakov», παρόλο που δεν πρόκειται καθόλου για ψύχωση) και δημιουργούσε ασταμάτητα έναν κόσμο και ένα Εγώ, για να μπορέσει να αναπληρώσει αυτό που συνεχώς ξεχνούσε και έχανε από μπροστά του. Αυτή η φρενίτιδα απαιτεί την ύπαρξη ιδιαίτερα λαμπρών δυνατοτήτων εφευρετικότητας και φαντασίας —μία πραγματική μυθοπλαστική φαντασία— γιατί ένας τέτοιος ασθενής πρέπει κυριολεκτικά να επινοεί τον εαυτό του (και τον κόσμο τον) σε κάθε στιγμή.


Ο καθένας από μας έχει μία ιστορία ζωής, μία εσωτερική αφήγηση, που η εξέλιξη της, η έννοια της είναι η ίδια η ζωή μας. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο καθένας από μας κατασκευάζει και ζει μία «διήγηση» και ότι αυτή η διήγηση είναι εμείς, αποτελεί, την ταυτότητα μας. Αν θέλουμε να μάθουμε για κάποιον, ρωτάμε: «Ποια είναι η ιστορία του, η αληθινή εσωτερική ιστορία του;», γιατί ο καθένας μας είναι μία βιογραφία, μία ιστορία.


Ο καθένας από μας είναι μία ξεχωριστή διήγηση που κατασκευάζεται ασταμάτητα, ασυνείδητα, από εμάς, διαμέσου και μέσα μας, διαμέσου των προσλήψεων μας, των αισθημάτων μας ,των σκέψεων μας, των πράξεων μας· και άλλο τόσο, από το λόγο μας και τις προφορικές μας διηγήσεις. Βιολογικά, φυσιολογικά, δε διαφέρουμε πολύ ο ένας από τον άλλο- ιστορικά, όμως, σαν αφηγήσεις, ο καθένας μας είναι μοναδικός. Για να είμαστε ο εαυτός μας, πρέπει να έχουμε τον εαυτό μας, να τον κατέχουμε και, αν χρειαστεί, να μπορούμε να επανακτήσουμε τον εαυτό μας, την ιστορία της ζωής μας. Είμαστε υποχρεωμένοι να «συγκεντρώνουμε» τον εαυτό μας, να αναθυμόμαστε την εσωτερική πλοκή, την αφήγηση του εαυτού μας. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη μίας τέτοιας αφήγησης, μίας συνεχούς εσωτερικής αφήγησης, για να διατηρεί την ταυτότητα του, το Εγώ του.

Η ζωτική ανάγκη αυτής της ιστορίας είναι, ίσως, το κλειδί για την κατανόηση της απελπισμένης μυθοπλασίας, της πολυλογίας του κ.Τόμσον. Στερημένος εντελώς κάποιας συνέχειας, μιας ομαλής, αδιάκοπης, εσωτερικής διήγησης, οδηγείται σε ένα είδος αφηγηματικής φρενίτιδας και από κει προέρχονται οι ασταμάτητες ιστορίες του, οι μυθοπλασίες του, η μυθομανία του. Ανίκανος να διατηρεί μια αυθεντική αφήγηση και μια συνέχεια, ανίκανος να συντηρεί έναν αυθεντικό εσωτερικό κόσμο, αναγκάζεται να πολλαπλασιάζει τις ψεύτικες αφηγήσεις μέσα σε μία ψευτοσυνέχεια, ψεύτικους κόσμους κατοικημένους από πλασματικούς ανθρώπους, από φαντάσματα.





Με τι μοιάζει αυτή η κατάσταση για τον ίδιο τον κ. Τόμσον;


Επιφανειακά, δίνει την εντύπωση ενός αστείρευτου κωμικού. Ο κόσμος λέει ότι «είναι καταπληκτικός». Υπάρχουν πράγματι πολλά στοιχεία φάρσας στην κατάσταση του που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για μια κωμική νουβέλα. Είναι κωμική, αλλά άλλο τόσο είναι τρομερή. Έχουμε να κάνουμε με έναν άνθρωπο που βρίσκεται σε μια απελπιστική κατά κάποιο τρόπο κατάσταση, χωμένος μέσα σε μία φρενίτιδα. Ο κόσμος εξαφανίζεται διαρκώς χάνοντας τη σημασία του, χάνεται.


Και αυτός είναι υποχρεωμένος να ψάχνει για κάποιο νόημα, να φτιάχνει ένα νόημα απελπισμένα, αδιάκοπα εφευρίσκοντας, βάζοντας γέφυρες νοήματος πάνω από αβύσσους μη νοήματος, πάνω από το χάος που συνεχώς χάσκει κάτω από τα πόδια του. Ο ίδιος, όμως, ο κ. Τόμσον το ξέρει αυτό το πράγμα, το νιώθει; Αφού οι άνθρωποι τον θεωρήσουν «αστείρευτο», «γελωτοποιό», «απίστευτα αστείο», αρχίζουν να ανησυχούν, ακόμα και να τρομοκρατούνται από κάτι που κουβαλάει επάνω του. «Δε σταματά ποτέ», λένε. «Μοιάζει με κάποιον που τρέχει σε μια κούρσα, έναν άνθρωπο που προσπαθεί να πιάσει κάτι που συνέχεια του ξεφεύγει».


Και, πράγματι, του είναι αδύνατο να σταματήσει να τρέχει, γιατί το ρήγμα που έχει στη μνήμη, στην ύπαρξη, στην έννοια, ποτέ δεν κλείνει, αλλά πρέπει να γεφυρώνεται, να «μπαλώνεται» κάθε δευτερόλεπτο. Και οι γέφυρες, τα μπαλώματα, παρ’όλη τους την ευφυΐα, αποτυγχάνουν να λειτουργήσουν γιατί είναι μυθοπλασίες, φανταστικές ιστορίες, που δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα, ενώ την ίδια στιγμή αποτυγχάνουν και να ταιριάζουν με την πραγματικότητα.


Αυτό το αισθάνεται τάχα ο κ. Τόμσον; Ή, αλλιώς, τι «αίσθηση της πραγματικότητας» έχει;


Βρίσκεται άραγε μέσα σε ένα συνεχές μαρτύριο, το μαρτύριο ενός ανθρώπου χαμένου μέσα στο εξωπραγματικό, που αγωνίζεται για να γλιτώσει, αλλά που όλο και βυθίζεται, εξαιτίας των ασταμάτητων εφευρέσεων, των ψευδαισθήσεων του, που είναι οι ίδιες εντελώς εξωπραγματικές;


Το σίγουρο είναι ότι δεν αισθάνεται άνετα, υπάρχει κάποια ένταση, που φαίνεται συνέχεια στο πρόσωπο του, το πρόσωπο ενός ανθρώπου κάτω από ασταμάτητη εσωτερική πίεση· και κάποτε, όχι πολύ συχνά—γιατί ακόμα και αν υπάρχει, το κρύβει μία μάσκα—βγαίνει στην επιφάνεια ένα βλέμμα ανοιχτής, γυμνής και αξιολύπητης σύγχυσης.


Αυτό που, κατά κάποια έννοια, σώζει τον κ. Τόμσον και, κατά κάποια άλλη, έννοια τον καταδικάζει, είναι αυτή η καταναγκαστική ή αμυντική επιφανειακότητα της ζωής του: ο τρόπος της, ο τρόπος με τον οποίο στην πραγματικότητα η ζωή του μειώνεται σε μια επιφάνεια, αστραφτερή, λαμπυριστή, ιριδίζουσα, που διαρκώς αλλάζει, αλλά, παρ’ όλα αυτά, περιορίζεται σε μια επιφάνεια, μια μάζα ψευδαισθήσεων, ένα παραλήρημα χωρίς βάθος.


Και πέρα απ’ όλα αυτά, δεν έχει καμία αίσθηση ότι έχει χάσει την ευαισθησία του, καμία αίσθηση ότι έχει χάσει το βάθος του, αυτό το ανεξιχνίαστο, μυστηριώδες βάθος με τα μυριάδες επίπεδα που καθορίζει με κάποιο τρόπο την ταυτότητα ή την πραγματικότητα. Αυτό εντυπωσιάζει όποιον βρέθηκε σε επαφή μαζί του έστω και για κάποιο μικρό διάστημα: κάτω από αυτή τη ροή λόγου, τη φρενίτιδα, θα λέγαμε, υπάρχει μία περίεργη απώλεια της ευαισθησίας, αυτής της ευαισθησίας ή της κρίσης που δίνει τη δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στο «πραγματικό» και το «μη πραγματικό», το «αληθινό» και το «μη αληθινό» (δεν μπορεί κανείς εδώ να μιλήσει για «ψέματα», μόνο για «μη αλήθεια»), το σημαντικό και το κοινό, το σχετικό και το άσχετο.


Αυτό που παράγεται σαν χείμαρρος μέσα στην ασταμάτητη μυθοπλασία του έχει τελικά μία παράξενη αίσθηση αδιαφορίας… σαν να μην είχε στ’ αλήθεια σημασία το τι λέγεται ή το τι γίνεται από τον ίδιο ή από όποιον άλλο· σαν τίποτα πια να μην είχε στ’ αλήθεια σημασία.


Ένα εντυπωσιακό παράδειγμα μας παρουσιάστηκε ένα απόγευμα, όταν ο Ουίλιαμ Τόμσον, φλυαρώντας ακατάπαυτα για κάθε πρόσωπο που επιτόπου δημιουργούσε, στον ίδιο, διεγερμένο αλλά ομαλό και αδιάφορο, τόνο, όπως και στο υπόλοιπο του μονολόγου του, είπε: «Και να ο μικρός μου αδελφός, ο Μπομπ, που περνά μπροστά από το παράθυρο». Έμεινα εμβρόντητος όταν, ένα λεπτό αργότερα, ένας άντρας ξεπρόβαλε από την πόρτα και είπε: «Είμαι ο Μπομπ, είμαι ο μικρότερος αδελφός του, μου φαίνεται ότι με είδε να περνάω μπροστά από το παράθυρο». Τίποτα στον τόνο ή τον τρόπο του Ουίλιαμ, στο πληθωρικό αλλά αναλλοίωτο και αδιάφορο στιλ του μονολόγου του, δε με είχε προετοιμάσει για την πιθανότητα της… πραγματικότητας.


Ο Ουίλιαμ μίλησε για τον αδελφό του, που ήταν αληθινός , με τον ίδιο ακριβώς τόνο ή, μάλλον, την έλλειψη τόνου, με τον οποίο μίλαγε για το μη πραγματικό, και τώρα, έξαφνα, μέσα από τα φαντάσματα πρόβαλε μία πραγματική μορφή! Πέρα απ’ αυτό, όμως, δε μεταχειριζόταν το μικρότερο αδελφό του σαν «πραγματικό» —δεν έδειχνε καμία αληθινή συγκίνηση, η παρουσία του ούτε στο ελάχιστο δεν τον προσανατόλιζε ούτε τον απελευθέρωνε από το παραλήρημα του— αλλά, αντίθετα, άρχισε αμέσως να μεταχειρίζεται τον αδελφό του σαν να ήταν κι αυτός μη πραγματικός, εξαλείφοντας τον, χάνοντας τον κι αυτόν μέσα στο στρόβιλο του παραληρήματός του. ήταν τελείως διαφορετικό από αυτό που γινόταν στις σπάνιες αλλά βαθιά συγκινητικές στιγμές των συναντήσεων του Τζίμυ (βλ. κεφ 2) με το δικό του αδελφό, στιγμές στις οποίες έπαυε να είναι χαμένος.  Ο φτωχός ο Μπομπ ταραζόταν έντονα και επαναλάμβανε ανώφελα: "Με λένε Μπομπ, όχι Ρομπ, όχι Ντομπ"
Στη μέση των μυθοπλασιών του, ίσως από κάποιο νήμα μνήμης, από κάποια ανάμνηση συγγένειας ή ταυτότητας που κρατιόταν άθικτη (ή που του ξαναρχόταν για μια στιγμή), ο Ουίλιαμ μίλησε για το μεγαλύτερο αδελφό του, τον Τζωρτζ, χρησιμοποιώντας τον ίδιο, αμετάβλητο παρόντα, οριστικό χρόνο.


— Μα ο Τζωρτζ έχει πεθάνει εδώ και δεκαεννιά χρόνια! είπε ο Μπομπ εμβρόντητος.


— Ναι, ναι, ο Τζωρτζ είναι πάντα ο καλαμπουρτζής μας!


Ο Ουίλιαμ έλεγε τις εξυπνάδες του αγνοώντας;, όπως φαίνεται, ή μένοντας αδιάφορος στο σχόλιο του Μπομπ και συνέχισε να μιλά ασυνάρτητα για τον Τζωρτζ με το διεγερμένο, πεθαμένο του τρόπο, αναίσθητος στην αλήθεια, στην πραγματικότητα, στην ορθότητα των πραγμάτων, στο καθετί, αναίσθητος, επίσης, στην έκδηλη θλίψη του ζωντανού αδελφού του που βρισκόταν μπροστά του. Αυτό ήταν που με έπεισε, πάνω απ’ όλα, ότι υπήρχε μία τελειωτική και ολοκληρωτική απώλεια της μύχιας πραγματικότητας του, της αίσθησης και του νοήματος, της ψυχής, μέσα στον Ουίλιαμ και με έκανε να ρωτήσω τις αδελφές, όπως τις είχα ρωτήσει για τον Τζίμυ Γκ.: "Νομίζετε πως ο Ουίλιαμ έχει ψυχή;  Ή έχει απουσιωθεί, έχει αδειάσει, έχει χάσει την ψυχή του λόγω της αρρώστειας; " 


Αυτή τη φορά όμως , έδειξαν τρομοκρατημένες από την ερώτηση μου, σαν κάτι τέτοιο να είχε ήδη περάσει από το μυαλό τους: δεν μπορούσαν να πουν: «Κρίνετε μόνος σας. Παρατηρήστε τον Γουίλυ στο παρεκκλήσι», γιατί τα ευφυολογήματα του, οι μυθοπλασίες του συνεχίζονταν ακόμα κι εκεί. Στον Τζίμυ Γκ. υπάρχει ένα απόλυτο πάθος, μία  θλιβερή συναίσθηση του ότι είναι χαμένος, που δεν αισθάνεται κανείς, ή δεν αισθάνεται άμεσα, στον ασυγκράτητο κ. Τόμσον. Ο Τζίμυ έχει 

συναισθηματικές μεταπτώσεις και ένα είδος μελαγχολικού συλλογισμού  (ή, τουλάχιστον, καημού), ένα βάθος, μία ψυχή που δε μοιάζει να διαθέτει ο κ. Τόμσον. Αναμφισβήτητα, όπως είπαν οι αδελφές, είχε μία ψυχή, μια αθάνατη ψυχή, με τη θεολογική έννοια· ο Παντοδύναμος θα τον βλέπει και θα τον αγαπά σαν άτομο ,  συμφωνούσαν, όμως, πως κάτι πολύ ανησυχητικό του είχε συμβεί, στο πνεύμα του, στο χαρακτήρα του, με τη συνηθισμένη, την ανθρώπινη έννοια.
Είναι επειδή ο Τζίμυ είναι «χαμένος» που  μπορεί να  σωθεί ή να βρεθεί, τουλάχιστον για λίγο, μέσα σε μία γνήσια συγκινησιακή σχέση. 
ΟΤζίμυ βρίσκεται σε απελπισία, σε μία ήρεμη απόγνωση (για να χρησιμοποιήσουμε ή να προσαρμόσουμε τον όρο του Κίρκεγκαρντ) και, κατά συνέπεια, έχει τη δυνατότητα της σωτηρίας, της επαφής με τη βάση του, με το έδαφος της πραγματικότητας, του αισθήματος και της έννοιας που έχει χάσει, αλλά εξακολουθεί να αναγνωρίζει, εξακολουθεί πάντα να λαχταρά...


Για τον Ουίλιαμ, όμως, με τη λαμπρή, αστραφτερή του επιφάνεια, το ασταμάτητο αστείο με το οποίο υποκαθιστά τον κόσμο (και αν αυτό το αστείο καλύπτει μία απελπισία, αυτή την απελπισία δεν τη νιώθει), για τον Ουίλιαμ, με την έκδηλη αδιαφορία του για τη σχέση του με τον κόσμο και την πραγματικότητα πιασμένη μέσα σε μια ατέλειωτη φλυαρία, μπορεί να μην υπάρχει τίποτα το «λυτρωτικό», απολύτως τίποτα· οι μυθοπλασίες του, οι οπτασίες του, η έξαλλη αναζήτηση νοημάτων είναι το οριστικό εμπόδιο μπροστά στο οποιοδήποτε νόημα.


Παραδόξως, λοιπόν, το μεγάλο χάρισμα του Ουίλιαμ —της μυθοπλασίας που επιστρατευόταν για τη συνεχή υπερπήδηση της παντοτινά ανοιχτής αβύσσου της αμνησίας— το μεγάλο χάρισμα του Ουίλιαμ είναι ταυτόχρονα και η καταδίκη του. Αν, σκέφτεται κανείς, μπορούσε να μείνει σιωπηλός μόνο για μια στιγμή· αν μπορούσε μόνο να σταματήσει την αδιάκοπη φλυαρία και την κουβέντα· αν μπορούσε να αφήσει την απατηλή επιφάνεια των ψευδαισθήσεων, τότε (αχ, τότε!) μόνο η πραγματικότητα θα μπορούσε να περάσει· κάτι γνήσιο, κάτι βαθύ, κάτι αληθινό, κάτι που να τον αγγίζει, θα μπορούσε να μπει στην ψυχή του.


Γιατί δεν είναι η μνήμη που είναι το τελικό, «υπαρξιακό» θύμα εδώ  (παρότι η μνήμη του είναι ολοκληρωτικά καταστραμμένη)· δεν είναι μόνο η μνήμη που έχει τόσο αλλοιωθεί σ’ αυτόν, αλλά κάποια ύστατη ικανότητα αισθήματος που έχει φύγει· με αυτή την έννοια λέμε ότι «έχει χάσει την ψυχή του». 

Ο Luria μιλάει γι’ αυτή την αδιαφορία με τον όρο «ισοπέδωση» (αγγλικά: equalisation) και μερικές φορές μοιάζει να τη θεωρεί σαν την τελειωτική παθολογία, τον τελικό καταστροφέα κάθε κόσμου, του οποιουδήποτε Εγώ. Νομίζω ότι ασκούσε μία τρομαχτική γοητεία επάνω του και την ίδια στιγμή αποτελούσε γι’ αυτόν μία έσχατη θεραπευτική πρόκληση.

Γύρναγε σ' αυτό το θέμα ξανά και ξανά, μερικές φορές σε σχέση με το σύνδρομο Korsakov και τη μνήμη, όπως στη Νευροψυχολογία της Μνήμης,  πιο συχνά σε σχέση με τα σύνδρομα των μετωπιαίων λοβών, ειδικά στο Ανθρώπινος εγκέφαλος και ψυχολογικές διαδικασίες, που

περιέχει πολλές ολοκληρωμένες ιστορίες περιπτώσεων τέτοιων ασθενών, που μπορούν να συγκριθούν απολύτως στην τρομερή τους συνοχή και στα αποτελέσματα τους με τον «άνθρωπο με το θρυμματισμένο κόσμο», συγκρίσιμες και, κατά έναν τρόπο πιο τρομερές,  γιατί απεικονίζουν ασθενείς που δεν αντιλαμβάνονται ότι τους έχει συμβεί οτιδήποτε, ασθενείς που έχουν χάσει την ίδια τους την πραγματικότητα, χωρίς να το γνωρίζουν, ασθενείς που μπορεί να μην υποφέρουν, αλλά βρίσκονται στην αθλιότερη δυνατή κατάσταση. 
Ο Zazetsky  (στον Ανθρωπο με το θρυμματισμένο κόσμο)  περιγράφεται συνέχεια σαν ένας
αγωνιστής, πάντοτε με (ακόμα και παθιασμένη) συνείδηση της κατάστασης του και πάντοτε σε έναν αγώνα «με την επιμονή του καταδικασμένου», για να ξαναβρεί τη χρήση του καταστραμμένου του εγκεφάλου. 

Ο Ουίλιαμ, όμως (σαν τους ασθενείς του Luria με βλάβη του μετωπιαίου λοβού — βλέπε το επόμενο κεφάλαιο), είναι τόσο καταδικασμένος, που δεν το ξέρει καν, γιατί δεν είναι απλώς μια ιδιότητα ή μερικές ιδιότητες που έχουν καταστραφεί αλλά το ίδιο το κάστρο, το Εγώ, η ίδια η ψυχή. Ο Ουίλιαμ είναι «χαμένος», μ' αυτή την έννοια, πολύ περισσότερο από τον Τζίμυ, εξαιτίας της ζωντάνιας του ποτέ δε νιώθει κανείς, ή νιώθει σπάνια, ότι εξακολουθεί να υπάρχει ένα
πρόσωπο,
ενώ στον Τζίμυ υπάρχει καθαρά ένα πραγματικό, ηθικό ον, ακόμα και αν τον περισσότερο καιρό είναι αποσυνδεδεμένο. Στον Τζίμυ, τουλάχιστον, η επανασύνδεση είναι δυνατή,
η θεραπευτική πρόκληση μπορεί να συνοψιστεί στο «συνδέστε τον», μόνο αυτό.

Όλες μας οι προσπάθειες να «επανασυνδέσουμε» τον Ουίλιαμ απέτυχαν και, αντίθετα, αύξησαν τη μυθοποιητική πίεση. Αφότου, όμως,εγκαταλείψαμε τις προσπάθειες μας και τον αφήσαμε όπως είναι, του συμβαίνει να περπατά μερικές φορές στον ήσυχο κήπο που περιβάλλει το Ίδρυμα και που δε ζητά τίποτε από τον Ουίλιαμ. 

Η παρουσία των άλλων, των άλλων ανθρώπων, τον διεγείρει και τον ταράζει, τον εξαναγκάζει σε μία ατέλειωτη, φρενήρη κοινωνική φλυαρία, ένα πραγματικό παραλήρημα κατασκευής και αναζήτησης ταυτοτήτων. η παρουσία των φυτών, ένας ήσυχος κήπος, η μη ανθρώπινη τάξη, που δεν έχει κοινωνικές ή ανθρώπινες απαιτήσεις επάνω του, επιτρέπει σ’ αυτό το ταυτοτικό παραλήρημα να ηρεμήσει, να υποχωρήσει· με την ήσυχη μη ανθρώπινη αυτάρκεια και πληρότητα τους επιτρέπουν και σ’ αυτό τον ίδιο μία σπάνια γαλήνη και αυτάρκεια, προσφέροντας του (κάτω ή πέρα από όλες τις απλώς ανθρώπινες ταυτότητες και σχέσεις) μια βαθιά κοινωνία με την ίδια τη Φύση, χωρίς τη συμμετοχή του κόσμου, και μαζί μ’ αυτό την αποκατεστημένη αίσθηση του να ανήκει στον κόσμο, του να είναι πραγματικός.
***


Όλιβερ Σακς 
Κεφάλαιο 12 από το  «O άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο και άλλες κλινικές ιστορίες».
Εκδόσεις Καστανιώτη, Μετάφραση: Κώστας Ποταγάς


Σχέδια: Richard Silvaggio


Πηγή : Αντικλείδι (εδώ) 

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2017

Εύη Πάσχου, Γιατί ξαναπαχαίνουμε ;



Ζήτησα να μιλήσω τελευταία γιατί θα ήθελα αυτά που θα πω να ακουστούν σαν «αντίβαρο» απέναντι στον καθαρό ιατρικό λόγο που ακούστηκε από τους συναδέλφους.
Η παχυσαρκία είναι εχθρός της υγείας και πρέπει να την καταπολεμήσουμε… Σωστά.
Η σωστή διατροφή είναι ο καλύτερος σύμμαχος της υγείας…
Σωστά.
Ποιος δεν επιθυμεί την υγειά του…;
Όμως μια ματιά γύρω μας, μας φέρνει αντιμέτωπους με τη πραγματικότητα, ότι οι υπέρβαροι άνθρωποι πληθαίνουν συνεχώς… και ότι άνθρωποι που έχουν καταβάλει τεράστιες προσπάθειες και έχουν καταφέρει να αδυνατίσουν… και παραδέχονται ότι αισθάνονται θαυμάσια… και οι ιατρικές τους εξετάσεις αποδεικνύουν την υποχώρηση όλων των παθολογικών δεικτών που είχαν με τα παραπάνω κιλά… και κάνουν δηλώσεις για νέα ζωή… και συμμετέχουν σε διαφημίσεις για μεθόδους αδυνατίσματος… … … σε λίγο ή περισσότερο καιρό … ΞΑΝΑΠΑΧΑΙΝΟΥΝ…!!!
Πιο επιστημονικά :
Το Φεβρουάριο 2007 δημοσιεύτηκε στο περιοδικό OBESITY το αποτέλεσμα της έρευνας μιας ομάδας επιστημόνων ( Christiansen T, Bruun JM, Madsen EL, Richelsen B) από το τμήμα Ιατρικής και Ενδοκρινολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Aarhus της Δανίας, με θέμα
Weight loss maintenance in severely obese adults after an intensive lifestyle intervention: 2- to 4-year follow-up.
το οποίο καταλήγει… « However, the results demonstrate that even with a multidisciplinary intensive setting with focus on diet, exercise, and psychological counseling, only 28% had maintained a weight loss above 10% after 4 years. This emphasizes that obesity is a chronic condition that needs additional strategies after a weight loss intervention in the efforts to maintain a sufficient weight loss. »
Ανάλογες έρευνες εμφανίζονται όλο και συχνότερα στα διεθνή επιστημονικά περιοδικά τα τελευταία χρόνια. Μέχρι στιγμής όλες καταλήγουν σε παρόμοια συμπεράσματα.
Όλα συγκλίνουν στη διαπίστωση, ότι η σχέση του ανθρώπου με το φαγητό είναι πολύπλοκη και πολυπαραγοντική.
Αυτό είναι το θέμα μου σήμερα. Για την ακρίβεια θέλω να θέσω κάποιους άξονες προβληματισμού γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τη τροφή και κατ’ επέκταση γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με το σώμα του.
Θα γίνω λίγο «ο δικηγόρος του διαβόλου» απέναντι στις μεθόδους απώλειας βάρους.
Δύο κλινικά παραδείγματα :
Ένας ασθενής μου που έχει βάλει δακτύλιο μου εξήγησε ότι συνειδητοποίησε πως σιγά-σιγά άλλαξε τη διατροφή του και εκεί που δεν πολυσυμπαθούσε τα γλυκά, άρχισε να τρώει γλυκά με κρεμώδη υφή, τα οποία περνούσαν πιο εύκολα το στενό στόμιο του στομάχου… «Κατάλαβα, ότι το σώμα θέλει τις θερμίδες του…» ήταν το σχόλιό του ! Ένας άλλος ασθενής, ο οποίος σε πρώτη φάση έβαλε δακτύλιο και αδυνάτισε σημαντικά… ξαναπάχυνε χωρίς να βγάλει το δακτύλιο. Σε δεύτερη φάση έκανε εγχείρηση sleeve gastrectomy και μείωσε τον όγκο του στομάχου του μόνιμα… αλλά ανέπτυξε ένα πλήρες σύνδρομο βουλιμίας. Δηλαδή, έτρωγε όπως του άρεσε πάντοτε και μετά έκανε εμετό, γιατί το στομάχι του δεν μπορούσε να σηκώσει την ποσότητα της τροφής που το είχε φορτώσει…!
Το κίνητρο του πρώτου ασθενούς για να αδυνατίσει ήταν η ευθύνη απέναντι στα τρία μικρά παιδιά του… «να είμαι γερός για να τα μεγαλώσω». Το κίνητρο του δεύτερου ασθενούς ήταν αισθητικό «να αρέσω στις γυναίκες».
Σας αναφέρω αυτούς τους δύο ασθενείς γιατί σκιαγραφούν πολύ καθαρά ότι η παχυσαρκία είναι, εκτός των άλλων, ένα πολύπλοκο ψυχικό πρόβλημα.
Θα σταθώ στη φράση του πρώτου ασθενή : «Το σώμα θέλει τις θερμίδες του»
Κρατείστε αυτή τη φράση και επεξεργαστείτε την στο μυαλό σας σε όσα περισσότερα συμβολικά επίπεδα μπορείτε. Παίξτε μαζί της. Χρησιμοποιείστε τη φαντασία σας.
Θα χρειαστώ τη συμβολική σας σκέψη και τη φαντασία σας σαν σύμμαχο για να γίνω κατανοητή.
Δε θα σας μιλήσω για…




Θα σας μιλήσω για ανθρώπους καθημερινούς…
όπως…

Όλοι αυτοί οι παχουλοί άνθρωποι που σας δείχνω στις φωτογραφίες είναι αξιαγάπητοι, δημιουργικοί, ερωτικοί. Κάποιοι άλλοι μπορεί να είναι διάνοιες ή διάσημοι… γενικά σημαντικοί. Φυσικά και δεν ξεφεύγουν από τα σωματικά προβλήματα που δημιουργεί η παχυσαρκία, αλλά ψυχικά βρίσκονται σε ισορροπία.


Το προφανές ερώτημα που διατυπώνεται μπροστά σ’ αυτές τις φωτογραφίες είναι αν το σώμα και ο ψυχισμός αντιδρούν ως μια ενότητα, με την έννοια ότι ερεθίσματα από τη ψυχική σφαίρα μπορούν να πάρουν απάντηση από το σώμα και ερεθίσματα από το σώμα μπορούν να πάρουν απάντηση από τον ψυχισμό.
Οι επιστημονικές απόψεις συγκλίνουν ότι σώμα και ψυχισμός δεν ξεχωρίζουν στη λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού.
Μπορούμε να αντιληφτούμε αυτή την ενότητα από δύο οπτικές γωνίες.
ΕΙΜΑΣΤΕ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ
(«ΕΊΜΑΣΤΕ» με την έννοια του υπαρξιακού ΕΙΝΑΙ : σ’ αυτό που εγώ αντιλαμβάνομαι ότι είμαι συμμετέχει και η εικόνα που έχω για το σώμα μου, όπως και η αίσθηση που μου δίνει η λειτουργία του… και αντίστροφα, το σώμα μου συμμετέχει στον τρόπο που λειτουργώ)
ΕΧΟΥΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ
(με την έννοια ότι κατέχουμε το σώμα μας, όπως κατέχουμε ένα αντικείμενο. Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε και σαν ένα αντικείμενο… δηλαδή να το αγαπήσουμε, να το μισήσουμε να το πονέσουμε, να το χαϊδέψουμε… ΄πως και να το χρησιμοποιήσουμε με κάθε τρόπο σαν να ήταν κάποιο άλλο πράγμα ή κάποιο άλλο πρόσωπο)
Προσπαθώ να διατυπώσω με λέξεις ασυνείδητες λειτουργίες, αλλά νομίζω ότι με καταλαβαίνετε.
Αυτές είναι οι βασικές σκέψεις πίσω από την απάντηση στην ερώτηση : ΓΙΑΤΙ ΞΑΝΑΠΑΧΑΙΝΟΥΜΕ;
Ξαναπαχαίνουμε γιατί δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε σε βάθος χρόνου με ένα ψυχικά ξένο προς εμάς σώμα.
Ξαναπαχαίνουμε γιατί δεν μπορούμε να αντιδράσουμε ψυχικά με διαφορετικό τρόπο απέναντι σε έντονα ψυχικά ερεθίσματα… είτε χαράς, είτε λύπης, είτε φόβου, είτε ικανοποίησης…
Εάν δεν έχουμε ψυχικά άλλο τρόπο να αντιδράσουμε παρά περνώντας την ισορροπία και τη παρηγοριά μας μέσα από τη λήψη τροφής… θα ξαναπαχύνουμε!!!
Η ψυχική ισορροπία και η αίσθηση της ταυτότητας του εαυτού είναι πάντοτε σημαντικότεροι παράγοντες από τη σωματική υγεία.
Τροφή ως πραγματικότητα
Θρέψη ως σύμβολο
Θα πρότεινα να εξαιρέσουμε κοινωνίες πιο πρωτόγονες και φτωχές από εμάς, στις οποίες η τροφή και κατ’ επέκταση το ογκώδες βαρύ καλοθρεμμένο σώμα, είναι σημεία ευημερίας. ( Η αφρικανή γυναίκα που είναι παχιά τιμά τον άντρα της γιατί αποδεικνύει περίτρανα, ότι αυτός μπορεί να τη θρέψει)
Στη δική μας κοινωνία, εδώ και πολλά χρόνια, η λήψη τροφής δεν είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη θρέψη αυτή καθ’ αυτή… αλλά συνδέεται με το συμβολικό επίπεδο της θρέψης (δηλαδή τη πληρότητα, την ικανοποίηση, την αναπλήρωση κάποιας απώλειας…)
Η λήψη τροφής είναι επίσης συνδεδεμένη με την επικοινωνία, τη συνεύρεση, τη σχέση… (διασκεδάζουμε τρώγοντας σε ταβέρνες… φτιάχνουμε ένα μεζέ για υποδεχτούμε τους φίλους μας…)


Μετακίνηση του σώματος
Ψυχική μετακίνηση
Παλαιότερα που οι άνθρωποι κινούσαν αναγκαστικά το σώμα τους με τις χειρονακτικές εργασίες, οι υπέρβαροι δεν ήταν πολλοί. Οι άνθρωποι αναγκαστικά καίγανε θερμίδες. Σήμερα με τη πρόοδο της τεχνολογίας δεν είμαστε υποχρεωμένοι να κινήσουμε το σώμα μας για τις καθημερινές μας εργασίες. Αποκαλύφτηκε λοιπόν ότι οι άνθρωποι αδρανούν… ακινητοποιούνται πολύ εύκολα !
Αν μεταφέρουμε τις έννοιες της «κίνησης» και της «ακινησίας» σε ένα συμβολικό επίπεδο. Ανοίγεται μπροστά μας ένας ακόμα δρόμος κατανόησης του θέματός μας.
Πόσο εύκολα μπορούμε να μετακινηθούμε από τις αντιλήψεις μας, την ιδεολογία μας, τη στάση μας απέναντι στη ζωή, τις σχέσεις μας, τις ψυχικές μας επενδύσεις, τις ψυχικές μας άμυνες… ;
Αν ισορροπούμε ψυχικά και επικοινωνιακά μέσα σ’ ένα παχύ σώμα… πώς θα ζήσουμε με ένα άλλο;
Αν ισορροπούμε ψυχικά τρώγοντας… πώς θα διατηρήσουμε ένα λεπτό σώμα…;
Αύξηση σωματικού βάρους
Συμβολικό βάρος
Γιατί οι πολλοί άνθρωποι παχαίνουν μεγαλώνοντας;
Πέρα από τους καθαρά σωματικούς παράγοντες, που προϊούσης της ηλικίας συμβάλλουν στη μείωση του μεταβολισμού και στην αύξηση του βάρους του σώματος… μπορούμε να σκεφτούμε τη αύξηση βάρους σε ένα συμβολικό επίπεδο..;
Σ’ αυτό το σημείο θα επικαλεστώ τη τέχνη
«Αφροδίτη του Willendorf»
προϊστορικό αγαλματίδιο από το 20.000 π.Χ.Αποτέλεσμα εικόνας για παχυσαρκες αφροδίτες

Lucian Freud  Αποτέλεσμα εικόνας για Lucian Freud




Peter Paul Rubens  Αποτέλεσμα εικόνας για peter paul rubens bacchus




Το σώμα στη Τέχνη λειτουργεί σαν σύμβολο και σαν υποβολή νοήματος.
Θα σας ζητούσα να περιεργαστείτε αυτές τις φωτογραφίες και να αφήσουμε τη συζήτηση να αναδείξει τις σκέψεις όλων μας γύρω από το σύμβολο του πληθωρικού σώματος.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………
Όλες οι φαντασίες που διεγέρθηκαν μέσα σας με τις φωτογραφίες είναι στοιχεία αυτού που ονομάζομε «Αντίληψη Εαυτού» και αποτελούν παραδείγματα για το πώς μπορεί να επενδυθεί ψυχικά το ανθρώπινο σώμα…
Θα σκέφτεστε, ότι με την εισήγησή μου υποστηρίζω… το «ΑΔΥΝΑΤΟΝ» του ΑΔΥΝΑΤΙΣΜΑΤΟΣ… Δεν είναι αλήθεια. Απλά θέλω να τονίσω, ότι η διατήρηση του αδυνατισμένου σώματος είναι κυρίως ψυχική υπόθεση.

Κάποιος αδυνατίζει με τον ίδιο τρόπο που κάποιος άλλος βγαίνει από τη κατάθλιψη ή ξεπερνά τις διαταραχές του πανικού…. Δηλαδή μέσα από επανατοποθέτηση στη ζωή και στις σχέσεις… μέσα από τροποποίηση των ψυχικών επενδύσεων, ώστε να μη χρειάζεται πια τους ίδιους αμυντικούς ψυχικούς μηχανισμούς.
Με άλλα λόγια για να μην ξαναπαχύνουμε απαιτείται ψυχική μετακίνηση τέτοια που θα μας επιτρέψει μια διαφορετική οργάνωση του Εαυτού μας.



(Κυπαρισσία 17 Μαρτίου 2007
Εκδήλωση : ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ
Οι ψυχικές διαστάσεις της παχυσαρκίας
Γιατί ξαναπαχαίνουμε;
Εύη Πάσχου
ψυχίατρος)



Πηγή 


Σάββατο 23 Σεπτεμβρίου 2017

Το επίτευγμα των χεριών.(Κεφ 5)



Όταν η Μανταλένα Τζ. μπήκε στο Νοσοκομείο St. Benedict κοντά στην πόλη της Νέας Υόρκης, το 1980, ήταν εξήντα χρονών. Ήταν τυφλή εκ γενετής και έπασχε από παιδική εγκεφαλική παράλυση. Τη φροντίδα της είχε αναλάβει η οικογένειά της στο σπίτι από τότε που θυμόταν τον εαυτό της.


Με δεδομένο αυτό το ιστορικό και τη θλιβερή κατάσταση στην οποία την έβλεπα, σπαστική και αθετωσική, δηλαδή με ακούσιες και αυτόματες κινήσεις των δύο χεριών, και επιπλέον μία ελλειμματική ανάπτυξη των ματιών, περίμενα ότι θα ήταν καθυστερημένη και ανοϊκή.



Τίποτα τέτοιο δε συνέβαινε. Το εντελώς αντίθετο: μιλούσε άνετα, εύγλωττα, μια ομιλία που ευτυχώς η σπαστικότητα επηρέαζε ελάχιστα, αποκαλύπτοντας την προσωπικότητα μιας γυναίκας υψηλού πνευματικού επιπέδου και ασυνήθιστης εξυπνάδας και παιδείας.



—Έχετε διαβάσει τρομερά πολύ, της είπα. Πρέπει να χειρίζεστε το Μπράιγ εξαιρετικά καλά.



—Όχι, καθόλου, μου απάντησε. Το διάβασμα γίνεται πάντα είτε από ομιλούντα βιβλία είτε από άλλους ανθρώπους. Δεν μπορώ να διαβάσω σε Μπράιγ ούτε μία λέξη. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα με τα χέρια μου, είναι εντελώς άχρηστα. Τα σήκωσε ψηλά με χλευασμό.



—Άχρηστα καταραμένα εξογκώματα από ζυμάρι — δεν τα νιώθω καν σαν μέλη μου.


Αυτό μου φάνηκε πολύ περίεργο. Τα χέρια δε θίγονται συνήθως από την εγκεφαλική παράλυση — τουλάχιστον όχι κατά κύριο λόγο: μπορεί να είναι κάπως σπαστικά ή αδύναμα ή παραμορφωμένα, αλλά συνήθως παραμένουν σε σημαντικό βαθμό λειτουργικά (αντίθετα με τα πόδια που μπορεί να είναι εντελώς παράλυτα — στη μορφή που ονομάζεται νόσος του Little ή διπλή παιδική ημιπληγία).


Τα χέρια της Μανταλένας ήταν ελαφρά σπαστικά και αθετωσικά, αλλά οι αισθητικές της ικανότητες —όπως το διαπίστωσα με μια γρήγορη εξέταση— ήταν εντελώς άθικτες: αναγνώριζε αμέσως και χωρίς λάθη την ελαφριά επαφή, τον πόνο, τη θερμοκρασία, την παθητική κίνηση των δαχτύλων της. Δεν υπήρχε ανωμαλία αυτής καθαυτής της στοιχειώδους αισθητικότητας, αλλά σε δραματική αντίθεση ερχόταν μια πολύ βαθιά διαταραχή της αντίληψης. Της ήταν αδύνατο να αναγνωρίσει ή να ταυτοποιήσει το οτιδήποτε: τοποθέτησα κάθε είδους αντικείμενο στα χέρια της, συμπεριλαμβανομένου και του ενός χεριού μου. Δεν μπορούσε να ταυτοποιήσει και δεν έψαχνε καν έλειπαν οι ενεργητικές «ερευνητικές» κινήσεις των χεριών ήταν, πράγματι, τόσο ανενεργά, τόσο αδρανή, τόσο άχρηστα, όσο θα ήταν δυο «κομμάτια από ζυμάρι».



Είναι πολύ παράξενο, είπα μέσα μου. Τι νόημα να βγάλει κανείς από όλα αυτά; Δεν υπάρχει σημαντική αισθητική «έκπτωση». Τα χέρια της μοιάζουν να είναι απολύτως καλά, και εντούτοις, δεν είναι. Μπορεί, άραγε, αυτό να οφείλεται στο ότι δε χρησιμοποιούνται —ότι βρίσκονται «σε αχρηστία»— γιατί ποτέ της δεν τα χρησιμοποίησε;



Το γεγονός ότι ήταν πάντα, από τη γέννηση της, «προστατευμένη», ότι πάντα την «περιποιόνταν», την «κανάκευαν», την είχε ίσως αποτρέψει από την κανονική εξερευνητική χρήση των χεριών, που αποκτούν όλα τα μωρά μέσα στους πρώτους μήνες της ζωής τους; Πάντα τη βοηθούσαν και έκαναν τα πάντα γι’ αυτή, σε σημείο που να έχει εμποδιστεί να αναπτύξει δυο φυσιολογικά χέρια; Και αν τελικά επρόκειτο γι’ αυτό —έμοιαζε παρατραβηγμένο, αλλά ήταν η μοναδική υπόθεση που μπορούσα να κάνω— θα μπορούσε τώρα, στα εξήντα της, να αποκτήσει αυτό που θα έπρεπε να έχει αποκτήσει στις πρώτες εβδομάδες ή στους πρώτους μήνες της ζωής της;









Υπήρχε κανένα προηγούμενο; Είχε ποτέ περιγραφεί ή δοκιμαστεί κάτι ανάλογο; Δεν το ήξερα, σκέφτηκα, όμως, αμέσως μία πιθανή παράλληλη περίπτωση — που περιγραφόταν από τους Leont’ev και Zaporozhets στο βιβλίο τους Rehabilitation of Hand Function (αγγλ. Μετάφραση 1960). Η κατάσταση που περιέγραφαν ήταν πολύ διαφορετική όσο αφορά την προέλευσή της: μία παρόμοια «αλλοτρίωση» των χεριών σε περίπου διακόσιους στρατιώτες μετά από ένα σοβαρό τραυματισμό και μια χειρουργική επέμβαση — τα τραυματισμένα χέρια ένιωθαν «ξένα », «χωρίς ζωή», «άχρηστα», «κολλημένα», παρά το ότι από στοιχειώδη νευρολογική άποψη και από άποψη αισθητικότητας ήταν άθικτα.



Οι Leont’ev και Zaporozhets συζητούν την ιδέα της «αποσύνδεσης» των «γνωστικών συστημάτων» που επιτρέπουν κανονικά την πραγμάτωση της «γνώσης», ή της αντιληπτικής χρήσης των χεριών, σε τέτοιες περιπτώσεις σαν αποτέλεσμα ενός τραυματισμού, χειρουργικής επέμβασης και ενός μεγάλου διαστήματος εβδομάδων —ή μηνών— αχρηστίας των χεριών που ακολουθούσε. Στην περίπτωση της Μανταλένας, παρότι το ίδιο το φαινόμενο ήταν πανομοιότυπο —«αχρηστία», «χωρίς ζωή», «αλλοτρίωση »— η διαφορά ήταν ότι διαρκούσε μία ολόκληρη ζωή. Δεν είχε μόνο να ξαναβρεί τα χέρια της, αλλά έπρεπε να τα ανακαλύψει —να τα αποκτήσει, να τα βιώσει— από την αρχή: όχι μόνο να ξανακερδίσει ένα αποσυνδεδεμένο γνωστικό σύστημα, αλλά να κατασκευάσει από την αρχή ένα γνωστικό σύστημα που ποτέ της δεν είχε. Ήταν ποτέ δυνατό κάτι τέτοιο;



Οι τραυματισμένοι στρατιώτες, που περιγράφουν οι Leont’ev και Zaporozhets, πριν τον τραυματισμό τους είχαν φυσιολογικά χέρια. Αυτό που είχαν να κάνουν ήταν να «θυμηθούν» ό,τι είχε «ξεχαστεί» ή «αποσυνδεθεί » ή «αδρανοποιηθεί», εξαιτίας ενός σοβαρού τραυματισμού. Η Μανταλένα, αντίθετα, δε διέθετε μνημονικό ευρετήριο, γιατί δεν είχε ποτέ της χρησιμοποιήσει τα χέρια της — και αισθανόταν σαν να μην είχε χέρια ούτε μπράτσα. Δεν είχε φάει ποτέ της μόνη της, δεν είχε χρησιμοποιήσει μόνη την τουαλέτα, δεν είχε ποτέ καταφέρει να αυτοβοηθηθεί, αφήνοντας πάντοτε τους άλλους να τη βοηθούν. Για εξήντα ολόκληρα χρόνια είχε συμπεριφερθεί σαν ένα ον χωρίς χέρια.



Αυτή ήταν, λοιπόν, η πρόκληση που αντιμετωπίζαμε: μία ασθενής με άριστη στοιχειώδη αισθητικότητα στα χέρια αλλά, εμφανώς, χωρίς τη δύναμη να απαρτιώσει αυτές τις αισθήσεις στο επίπεδο των αντιλήψεων που σχετίζονταν με τον κόσμο και με τον εαυτό της χωρίς τη δύναμη να πει: «Αντιλαμβάνομαι, αναγνωρίζω, θέλω, δρω» στο βαθμό που της το επέτρεπαν τα «άχρηστα» χέρια της.



Έπρεπε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο (όπως οι Leont’ev και Zaporozhets με τους δικούς τους ασθενείς) να καταφέρουμε να την κάνουμε να δράσει και να χρησιμοποιήσει τα χέρια της ενεργητικά και ελπίζαμε ότι κάνοντας το θα πετύχαινε την απαρτίωση. Όπως έλεγε ο Roy Campbell, «η απαρτίωση βρίσκεται στη δράση». Η Μανταλένα ήταν θετικά διατεθειμένη απέναντι σε όλα αυτά, στην πραγματικότητα γοητευμένη — αλλά προβληματισμένη και απαισιόδοξη.



«Πώς μπορώ να κάνω οτιδήποτε με τα χέρια μου», ρώτησε, «αφού είναι δύο κομμάτια στόκος;»










«Εν αρχή ην η πράξη», γράφει ο Γκαίτε και μπορεί να είναι πράγματι έτσι όταν αντιμετωπίζουμε ηθικά ή υπαρξιακά διλήμματα, αλλά όχι όταν φτάνουμε στις ρίζες της κίνησης και της αντίληψης. Εντούτοις και σ’ αυτή την περίπτωση ακόμα υπάρχει πάντα κάτι που ξεκινά από το μηδέν: ένα πρώτο βήμα (ή μία πρώτη λέξη όπως όταν η Helen Keller είπε «νερό»), μία πρώτη κίνηση, μία πρώτη αντίληψη, μία πρώτη ώθηση — ολοκληρωτική, απροσδόκητη, που εμφανίζεται «σαν κομήτης» εκεί όπου πριν δεν υπήρχε τίποτα ή τίποτα που να είχε σημασία.



«Εν αρχή ην η ώθηση». Όχι μία πράξη, όχι ένα αντανακλαστικό, αλλά μία «ώθηση » που είναι ταυτόχρονα πιο εμφανής και πιο μυστηριώδης και από τα δύο… Δεν μπορούσαμε να πούμε στη Μανταλένα: «Κάν’ το!» αλλά μπορούσαμε να ελπίσουμε στην ύπαρξη μιας παρόρμησης· θα μπορούσαμε να ελπίσουμε σ’ αυτή, να την επιδιώξουμε, θα μπορούσαμε ακόμα και να την προκαλέσουμε…


Σκέφτηκα το μωρό, καθώς προσπαθεί να φτάσει το στήθος της μητέρας του. «Πού και πού να αφήνετε το φαΐ της, δήθεν κατά λάθος, λίγο έξω από το πεδίο όπου μπορεί να φτάσει», πρότεινα στις νοσοκόμες.

«Μην την αφήσετε να πεινάσει, μην την πειράζετε, αλλά δείξτε λιγότερη από τη συνηθισμένη σας προθυμία όταν την ταΐζετε».

Και μία μέρα συνέβη αυτό που ποτέ δεν είχε συμβεί προηγουμένως: ανυπόμονη, πεινασμένη, αντί να περιμένει παθητικά και υπομονετικά, άπλωσε το χέρι της και ψηλαφητά βρήκε ένα μπέιγκελ* και το έφερε στο στόμα της. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε τα χέρια της, η πρώτη χειρωνακτική της πράξη μέσα σε εξήντα χρόνια, η πράξη που σηματοδότησε τη γέννηση της σαν «κινητικό άτομο» (ο όρος του Sherrington που καθορίζει το άτομο που κάνει αισθητή την παρουσία του μέσα από τις πράξεις του).

Σηματοδοτούσε ακόμα την πρώτη φορά που αντιλαμβανόταν κάτι με τα χέρια της και τη γέννηση της έτσι σαν «αντιληπτικό άτομο». Η πρώτη της αντίληψη, η πρώτη της αναγνώριση, ήταν αυτή ενός μπέιγκελ, ήταν η ανακάλυψη της έννοιας του μπέιγκελ, η «μπεϊγκελικότητα» — όπως η πρώτη αναγνώριση της Helen Keller, η πρώτη λέξη που πρόφερε ήταν η λέξη «νερό» (η «υδατότητα»).


Μετά από αυτή την πρώτη πράξη, αυτή την πρώτη αντίληψη, η πρόοδος υπήρξε εξαιρετικά γρήγορη. Όπως άπλωσε το χέρι της για να εξερευνήσει ή να αγγίξει ένα μπέιγκελ, έτσι τώρα άπλωνε το χέρι της για να εξερευνήσει ή να αγγίξει ολόκληρο τον κόσμο. Η πράξη του φαγητού τής έδειξε το δρόμο της αίσθησης, της εξερεύνησης των διαφόρων τροφών, δοχείων, εργαλείων κλπ. Καθώς η Μανταλένα υπήρξε τυφλή και «χωρίς χέρια» από τη γέννηση της, της έλειπαν οι απλούστερες εσωτερικές εικόνες (ενώ, τουλάχιστον, η Helen Keller διέθετε οπτικές εικόνες) και έτσι ήταν υποχρεωμένη, για να «αναγνωρίσει», να ακολουθεί κάποιο περίεργο, έμμεσο τρόπο εξαγωγής συμπερασμάτων και εικασίας. Αν δε διέθετε μια εξαιρετική εξυπνάδα και καλλιέργεια, με μία πληθωρική φαντασία που υποστηριζόταν, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, από τις εικόνες των άλλων, εικόνες που της μετέφερε η γλώσσα, υποστηριζόταν από το λόγο, θα είχε παραμείνει τόσο εξαρτημένη και ανήμπορη, όσο και ένα μωρό.

Αναγνώριζε το μπέιγκελ σαν ένα στρογγυλό κέικ με μία τρύπα στη μέση· ένα πιρούνι σαν ένα μακρύ, επίπεδο αντικείμενο με πολλά μυτερά δόντια. Σιγά σιγά, όμως, αυτή η προκαταρκτική ανάλυση άφησε τη θέση της σε μία άμεση διαίσθηση και η ταυτότητα των αντικειμένων αναγνωριζόταν αμέσως και ο χαρακτήρας και η «φυσιογνωμία» τους έγιναν οικεία, ήταν άμεσα αναγνωρίσιμα από τη μοναδικότητα τους, σαν «παλιοί φίλοι». Η ανάπτυξη αυτού του είδους αναγνώρισης, όχι αναλυτικής αλλά συνθετικής και άμεσης, συμπορευόταν με μία δυνατή ευχαρίστηση και την όλο και πιο έντονη αίσθηση ότι ανακάλυπτε έναν κόσμο γεμάτο μαγεία, μυστήριο και ομορφιά.

Μαγευόταν από τα πιο κοινά αντικείμενα — τα αντικείμενα τη μάγευαν, την ερέθιζαν και της γεννούσαν μία επιθυμία να τα αναπαράγει. Ζήτησε πηλό και άρχισε να φτιάχνει μοντέλα: το πρώτο της μοντέλο, το πρώτο της γλυπτό, ήταν ένα κόκαλο για τα παπούτσια και ακόμα κι αυτό το απλό αντικείμενο ήταν κατά κάποιο τρόπο διαποτισμένο από μία ιδιόμορφη δύναμη και ένα χιούμορ, με ρέουσες, δυνατές, χοντρές καμπύλες που θύμιζαν τον πρώιμο Χένρυ Μουρ.

Ύστερα —και αυτό συνέβη μέσα στο μήνα κιόλας που ακολούθησε τις πρώτες της αναγνωρίσεις— η προσοχή της, η εκτίμηση της, πέρασε από τα αντικείμενα στους ανθρώπους. Στο κάτω κάτω υπήρχαν όρια στο ενδιαφέρον και στις εκφραστικές δυνατότητες των αντικειμένων, ακόμα και αν ήταν μεταμορφωμένα από ένα είδος αθώας, άδολης και συχνά κωμικής ιδιοφυίας. Είχε ανάγκη τώρα να εξερευνήσει το ανθρώπινο πρόσωπο και την ανθρώπινη μορφή, όταν ήταν ήρεμη και όταν βρισκόταν σε κίνηση.





Το να σε «ψηλαφίσει» η Μανταλένα ήταν μία ασυνήθιστη εμπειρία. Τα χέρια της, που ελάχιστο καιρό πριν ήταν αδρανή, πλαδαρά, τώρα έμοιαζαν φορτισμένα από μία υπερφυσική ζωντάνια και ευαισθησία. Δεν ήταν απλώς το γεγονός ότι σε αναγνώριζε, σε έψαχνε λεπτομερειακά, με έναν τρόπο πιο έντονο και διερευνητικό από οποιαδήποτε οπτική εξονυχιστική έρευνα, αλλά σε «γευόταν» και σε αξιολογούσε αισθητικά με το μυαλό του και τη φαντασία του ένας γεννημένος καλλιτέχνης που μόλις είχε γεννηθεί. Ένιωθε κανείς ότι δεν ήταν απλώς τα χέρια μιας τυφλής γυναίκας που εξερευνούσε αλλά ενός τυφλού καλλιτέχνη, ενός στοχαστικού και δημιουργικού πνεύματος που μόλις είχε ανοιχτεί στην πλήρη αισθησιακή και πνευματική πραγματικότητα του κόσμου. Αυτές οι εξερευνήσεις της ήταν οι ίδιες μία εξωτερική πραγματικότητα που την ωθούσε προς την πράξη της αναπαράστασης και της αναπαραγωγής.

Άρχισε να πλάθει κεφάλια και ανθρώπινες μορφές, και μέσα σ’ ένα χρόνο ήταν μια ντόπια διασημότητα γνωστή σαν η Τυφλή Γλύπτρια του St. Benedict. Τα γλυπτά της ήταν συνήθως στο μισό ή στα τρία τέταρτα του φυσικού μεγέθους και αναπαριστούσαν απλές αλλά αναγνωρίσιμες μορφές με μία ασυνήθιστη εκφραστικότητα. Για μένα, γι’ αυτή την ίδια, για όλους μας, ήταν μία βαθιά συγκινητική, μία εκπληκτική, μία σχεδόν θαυματουργή εμπειρία. Ποιος θα τολμούσε να ονειρευτεί ότι οι στοιχειώδεις δυνατότητες της αντίληψης, που είχαν αποτύχει να αποκτηθούν φυσιολογικά στους πρώτους μήνες της ζωής κάποιου, θα μπορούσαν να αποκτηθούν στο εξηκοστό έτος της ζωής του;

Ποιοι θαυμαστοί ορίζοντες όψιμης μάθησης, ποιες δυνατότητες μάθησης για τους ανάπηρους δε μας αποκαλύπτονται από το γεγονός αυτό! Και ποιος θα μπορούσε να ονειρευτεί ότι σ’ αυτή την τυφλή, παράλυτη γυναίκα, χωμένη στο καταφύγιο της, αδρανοποιημένη, υπερπροστατευμένη σ’ όλη της τη ζωή, υπήρχε ο σπόρος μιας εκπληκτικής καλλιτεχνικής ευαισθησίας (ανυποψίαστης γι’ αυτή, όσο και για τους άλλους) που θα φύτρωνε και θα άνθιζε σε μία σπάνια και όμορφη πραγματικότητα, αφού είχε παραμείνει κοιμισμένη, μαραμένη για εξήντα χρόνια;


* Μπέιγκελ: είδος στρογγυλού κέικ· γλυκό εβραϊκής προέλευσης. (Σ.τ.Μ.)





ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ


Όπως και να 'χει το πράγμα, έμελλε να ανακαλύψω αργότερα ότι η ιστορία της Μανταλένας δεν ήταν σε καμία περίπτωση μοναδική. 
Μέσα σ' ένα χρόνο συνάντησα έναν άλλο ασθενή (Σίμων Κ.) που έπασχε,επίσης, από εγκεφαλική παράλυση που συνδυαζόταν με μια βαθιά διαταραχή της όρασης. Ενώ ο κ. Κ. είχε φυσιολογική δύναμη και αίσθηση στα χέρια του, σπάνια τα χρησιμοποιούσε και είχε μια ασυνήθιστη ανικανότητα να χειρίζεται, να εξερευνά ή να αναγνωρίζει ο,τιδήποτε. 

Ευαισθητοποιημένοι από την περίπτωση της Μανταλένας, αναρωτηθήκαμε αν και αυτός δεν είχε μία ανάλογη «αγνωσία ανάπτυξης» — που να δέχεται, κατά συνέπεια, κάποια «θεραπεία». Και, πράγματι, γρήγορα είδαμε ότι αυτό που είχε επιτευχθεί με τη Μανταλένα μπορούσε να επαναληφθεί και με τον κ. Κ.
Μέσα σ' ένα χρόνο είχε αποκτήσει μια μεγάλη «επιδεξιότητα» σε όλα και απολάμβανε ιδιαίτερα την απλή ξυλουργική, το φορμάρισμα του κόντρα πλακέ και κομματιών ξύλου με τα οποία κατασκεύαζε απλά ξύλινα παιχνίδια. Δεν ένιωθε την παρόρμηση να κάνει γλυπτική, να φτιάξει απομιμήσεις — δεν ήταν ένας καλλιτέχνης από φυσικού του, όπως η Μανταλένα. Δεν έπαυε, όμως, μετά από μισό αιώνα που είχε περάσει ουσιαστικά χωρίς χέρια, να απολαμβάνει τη δυνατότητα του να τα χρησιμοποιεί.
Το σημείο αυτό είναι ίσως πιο αξιοσημείωτο, γιατί ο Σίμων είναι ελαφρά καθυστερημένος, ένας αξιαγάπητος αγαθιάρης, σε αντίθεση με τη γεμάτη πάθος και ταλέντο Μανταλένα, Γι' αυτή θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι έξω από το συνηθισμένο, μία Helen Keller, μία γυναίκα στο εκατομμύριο — αλλά τίποτε απ' όλα αυτά δε θα μπορούσε να αποδοθεί στον αγαθό Σίμωνα. Και, εντούτοις, το ουσιαστικό επίτευγμα—το επίτευγμα των χεριών— αποδείχτηκε εξ ολοκλήρου δυνατό και γι'αυτόν, όπως και για εκείνη. Φαίνεται καθαρά ότι η εξυπνάδα, αυτή καθαυτή, δεν παίζει ρόλο στην υπόθεση — ότι το μόνο ουσιαστικό στοιχείο της είναι η χρήση.

Τέτοιες περιπτώσεις αγνωσίας, που οφείλεται σε μια ελλειμματική ανάπτυξη, είναι ίσως σπάνιες, βλέπει, όμως, κανείς συχνά περιπτώσεις επίκτητης αγνωσίας που χρησιμεύουν σαν παραδείγματα για την ίδια θεμελιώδη αρχή, την αρχή της χρήσης. 
Έτσι, βλέπω συχνά ασθενείς με σοβαρή νευροπάθεια κατανομής «γαντιών και περισκελίδων», όπως λέγεται, που οφείλεται στο διαβήτη. Εάν η νευροπάθεια είναι αρκετά σοβαρή, οι ασθενείς ξεπερνούν την αίσθηση του μουδιάσματος (που είναι  η συνηθισμένη παραισθησία σ' αυτές τις νευροπάθειες) και νιώθουν μία αίσθηση πλήρους κενού ή αποπραγματοποίησης. Τους συμβαίνει να αισθάνονται (όπως το έλεγε ένας ασθενής) «σαν άνθρωποι-κορμοί»  που τους «λείπουν» εντελώς τα χέρια και τα πόδια. Μερικές φορές νιώθουν ότι τα χέρια και τα πόδια τους καταλήγουν σε κολοβώματα, σαν κομμάτια «ζυμαριού» ή «γύψου» κολλημένα επάνω τους. Συνήθως αυτό το αίσθημα απο-πραγματοποίησης εμφανίζεται εντελώς απότομα... όπως και η αίσθηση της πραγματικότητας —αν αυτό συμβεί— επιστρέφει εξίσου απότομα. Φαίνεται ότι βρισκόμαστε εδώ μπροστά σε ένα κρίσιμο (λειτουργικά και οντολογικά) κατώφλι. 
Το να επιτευχθεί η χρήση των χεριών και των ποδιών είναι αποφασιστικής σημασίας γι' αυτούς τους ασθενείς ακόμα και, αν αυτό είναι απαραίτητο, να «ξεγελαστούν» και να νομίσουν ότι το πετυχαίνουν. 
Υπάρχει έτσι η πιθανότητα να συμβεί μία ξαφνική επανα-πραγματοποίηση — ένα απότομο άλμα στην υποκειμενική πραγματικότητα και «ζωή»... αρκεί να υπάρχει ένα αρκετό φυσιολογικό δυναμικό (αν η νευροπάθεια είναι ολική, αν τα ακραία τμήματα των νεύρων είναι εντελώς νεκρά, μία τέτοια επανα-πραγματοποίηση δεν είναι δυνατή).

Για ασθενείς με σοβαρή αλλά υφολική νευροπάθεια, μία χρήση σε μικρές δόσεις είναι κυριολεκτικά ζωτική, και είναι αυτό που κάνει όλη τη διαφορά ανάμεσα στον «άνθρωπο-κορμό» και στο λογικά λειτουργικό άνθρωπο (η υπερβολική χρήση, από την άλλη, μπορεί να προκαλέσει την κόπωση της περιορισμένης νευρικής λειτουργίας και να οδηγήσει και πάλι σε μια απότομη απο-πραγματοποίηση).   Θα προσθέσουμε ότι αυτές οι υποκειμενικές αισθήσεις έχουν ακριβείς αντικειμενικές συνιστώσες: τοπικά, στους μυς του χεριού και του ποδιού υπάρχει «ηλεκτρική σιγή»· όσο αφορά την αίσθηση, υπάρχει απόλυτη έλλειψη κάθε «προκλητού δυναμικού» σε κάθε επίπεδο μέχρι τον αισθητικό φλοιό. Μόλις τα χέρια και τα πόδια αναβιώνουν με τη χρήση, υπάρχει μία πλήρης αναστροφή της ηλεκτρο-φυσιολογικής εικόνας.Ένα παρόμοιο αίσθημα «νεκρού» και «μη πραγματικού» έχει περιγραφεί προηγουμένως στο κεφάλαιο 3, «Η ασώματη γυναίκα».


 Oliver Sacks – H Τυφλή Γλύπτρια του St. Benedict. Το επίτευγμα των χεριών.
Από το βιβλίο , “O άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του με ένα καπέλο”




Αποτέλεσμα εικόνας για ολιβερ σακς

Τρίτη 11 Απριλίου 2017



Ήταν το 1817 όταν ο βρετανός γιατρός Τζέιμς Πάρκινσον περιέγραψε για πρώτη φορά μια νευροεκφυλιστική νόσο που έβλεπε αυτός και μόνο αυτός.

Στην κλασική σήμερα εργασία του «Δοκίμιο στην τρομώδη παράλυση», ο οραματιστής γιατρός ανέλυσε συστηματικά το ιατρικό ιστορικό έξι ανθρώπων που είχαν τα συμπτώματα της νόσου που θα έπαιρνε τελικά το όνομά του. Ο ίδιος δεν είχε εξετάσει μάλιστα όλους τους ασθενείς, αλλά τους παρατηρούσε κατά τους καθημερινούς περιπάτους τους!

Ο σκοπός της έκθεσής του ήταν να χαρτογραφήσει τα συμπτώματα μιας πάθησης την οποία περιέγραφε κάπως έτσι: «Ακούσια τρομώδης κίνηση, η οποία μειώνει τη μυϊκή ισχύ σε σημεία του σώματος τα οποία δεν είναι σε δράση ακόμα και όταν υποστηρίζονται, με μια τάση ο κορμός να κλίνει προς τα εμπρός και να περνά από την βάδιση στο τρέξιμο: οι αισθήσεις και η νόηση παραμένουν ανεπηρέαστες».

Ήταν η πρώτη πράξη για την επιστημονική αναγνώριση της νόσου που ο Πάρκινσον ονόμασε «τρομώδη παράλυση» και λίγο αργότερα (το 1861-1862) άλλοι γιατροί, επηρεασμένοι από τη θεωρία του, θα μετονόμαζαν σε «Νόσο του Πάρκινσον» προς τιμήν του.

Σύντομα νέα συμπτώματα θα αναγνωρίζονταν (όπως το ανέκφραστο προσωπείο, ο τρόμος κατά την ηρεμία, η δυσκαμψία, η βραδυκινησία, η αστάθεια θέσης και η μυϊκή δυσκαμψία) και η νευρολογική πάθηση θα γινόταν παγκόσμια σταθερά στα ιατρικά χρονικά.

Κι όλα αυτά από την καινοτόμα έρευνα του γιατρού, γεωλόγου, παλαιοντολόγου και πολιτικού ακτιβιστή Πάρκινσον, που μπορεί σήμερα να είναι γνωστός αποκλειστικά για τη νόσο που φέρει το όνομά του, στην εποχή του ήταν όμως πολλά περισσότερα!

Η νόσος του Πάρκινσον αναγνωρίζεται σήμερα ως η δεύτερη συχνότερη χρόνια εκφυλιστική διαταραχή του κεντρικού νευρικού συστήματος, προσβάλλοντας εκατομμύρια ανθρώπους: μέχρι το 2030, οι εκτιμήσεις κάνουν λόγο για 8,7-9,3 εκατομμύρια ασθενείς σε όλο τον κόσμο.

Η Παγκόσμια Ημέρα Κατά της Νόσου του Πάρκινσον καθιερώθηκε το 1997 με πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Εταιρείας για τη Νόσο του Πάρκινσον (EPDA) και την υποστήριξη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Κι έτσι κάθε χρόνο στις 11 Απριλίου, ημερομηνία γέννησης του βρετανού γιατρού Τζέιμς Πάρκινσον, ο κόσμος μαθαίνει και ευαισθητοποιείται για τη νόσο που τόσο αλλάζει τις ζωές των ασθενών.

Παρά τη μνημειώδη για την ιατρική επιστήμη παρατήρησή του, ο Πάρκινσον ξεχάστηκε απ’ όλους και περιέπεσε στην αφάνεια για τουλάχιστον 40 χρόνια, μέχρι να κινητοποιηθεί η ιατρική κοινότητα και να αναγνωρίσει τόσο τη νόσο όσο και τον «πατέρα» της…



Πρώτα χρόνια



Ο Τζέιμς Πάρκινσον γεννιέται στις 11 Απριλίου 1755 σε προάστιο του Λονδίνου ως το μεγαλύτερο από τα τρία παιδιά ενός γνωστού φαρμακοποιού και πρακτικού χειρουργού της πρωτεύουσας. Για την παιδική του ηλικία δεν είναι τίποτα άλλο γνωστό και δεν ξέρουμε ούτε από πού πήρε το πτυχίο του στην ιατρική, καθώς τον ξαναβρίσκουμε πια το 1784, όταν το όνομά του συμπεριλαμβάνεται στους καταλόγους του Ιατρικού Συλλόγου του Λονδίνου ως χειρουργός.

Την προηγούμενη χρονιά, όπως μαθαίνουμε από τα δημοτολόγια, παντρεύτηκε τη Mary Dale (21 Μαΐου 1783), με την οποία θα αποκτήσουν 6 παιδιά. Ο Τζέιμς διαδέχτηκε κάποια στιγμή τον πατέρα του στο γνωστό χειρουργείο που εκείνος λειτουργούσε, αναλαμβάνοντας την πελατεία του.



Το 1883 θα εκδώσει την πρώτη ιατρική πραγματεία του και κατόπιν θα γράψει άλλο ένα δοκίμιο, αυτή τη φορά στη φυσική φιλοσοφία, αν και την εποχή αυτή τον ενδιαφέρει αποκλειστικά σχεδόν το ιατρικό λειτούργημα, καθώς το ιατρείο του ήταν πια τρανό στα πέρατα του Λονδίνου και οι δουλειές πήγαιναν αναπάντεχα καλά.

Την ίδια εποχή, αρχίζει να ενδιαφέρεται ολοένα και περισσότερο για τη γεωλογία και την παλαιοντολογία…

Πολιτικός ακτιβιστής και συνωμοσία για τον θάνατο του βασιλιά!



Σφοδρός οπαδός της Γαλλικής Επανάστασης και των δημοκρατικών ιδεωδών, ο Πάρκινσον κήρυττε την ισότητα των τάξεων και την ανάγκη για καλύτερη ζωή των μη προνομιούχων. Η πρώιμη αυτή εποχή για την επιστημονική καριέρα του επισκιάστηκε έτσι από την εμπλοκή του σε πολυάριθμους κοινωνικούς αγώνες και επαναστατικούς σκοπούς, όντας πολέμιος της πολιτικής που ακολουθούσε η βρετανική κυβέρνηση. Συνέταξε έτσι αναρίθμητα επαναστατικά φυλλάδια (πάντα με το ψευδώνυμο Old Hubert), στα οποία καλούσε σε ριζική κοινωνική μεταρρύθμιση στο εσωτερικό της χώρας του.

Ήθελε την αλλαγή του τρόπου αντιπροσώπευσης στη Βουλή των Κοινοτήτων, υποστηρίζοντας θερμά την είσοδο του λαού στις τάξεις της, και καλούσε για καθολικό δικαίωμα ψήφου! Την ίδια στιγμή, ήταν μέλος σε πάμπολλες μυστικές πολιτικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων και η διαβόητη «London Corresponding Society for Reform of Parliamentary Representation», στην οποία εντάχθηκε το 1792. Δύο χρόνια αργότερα, το 1794, ο μυστικός όμιλος κατηγορήθηκε ότι συνωμοτούσε να δολοφονήσει τον βασιλιά Γεώργιο Γ’!

Τον Οκτώβριο του 1794, ο γνωστός πια γιατρός ανακρίθηκε για την υπόθεση και ομολόγησε ότι ήταν μέλος της μυστικής εταιρίας, αλλά και άλλων πολλών, την ίδια στιγμή που παραδέχτηκε ότι ήταν ο συντάκτης τόσων και τόσων ανατρεπτικών κειμένων που καλούσαν τον λαό σε ειρηνική επανάσταση (ενδεικτικοί τίτλοι: «Επαναστάσεις χωρίς Αιματοχυσίες» και «Η Μεταρρύθμιση είναι προτιμότερη της Επανάστασης»).



Για την υπόθεση της δολοφονικής πλεκτάνης αθωώθηκε τελικά ελλείψει ενοχοποιητικών στοιχείων και πλέον, πέρα από την πολιτική του δράση, ασχολήθηκε εκτενώς και με θέματα δημόσιας υγείας, ζητώντας ουσιαστικές παρεμβάσεις από το κράτος προς όφελος του φτωχού λαού…




Ο ακτιβιστής που έγινε γιατρός



Μεταξύ 1799-1807, ο Πάρκινσον στράφηκε πια περισσότερο στο λειτούργημά του εκδίδοντας αμέτρητες μελέτες ερευνητικής ιατρικής ειδικού ενδιαφέροντος: για την αρθρίτιδα (1805), για τη γάγγραινα (1807), για την περιτονίτιδα (1812) κ.λπ. Η εργασία του μάλιστα για την περιτονίτιδα είναι πιθανότατα η παλιότερη περιγραφή της πάθησης στα βρετανικά ιατρικά χρονικά!

Τα ιατρικά πονήματα του Πάρκινσον έγιναν δημοφιλή εγχειρίδια ιατρικής, την ίδια στιγμή που τα κείμενά του για τη βελτίωση των δημόσιων υπηρεσιών υγείας έτυχαν της δικής τους θερμής υποδοχής από την επιστημονική κοινότητα. Ο πολιτικός ακτιβισμός του που έψαχνε να αλλάξει τη θέση του γενικού πληθυσμού προς το καλύτερο έβρισκε πια έκφραση στην ευημερία των πολιτών μέσω των καλύτερων παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας.



Ο ανθρωπισμός του βρήκε για άλλη μια φορά έκφραση το 1811, όταν επιδόθηκε σε μια προσωπική σταυροφορία για την καλύτερη μοίρα των ψυχασθενών, κάνοντας λόγο για νομική προστασία των τροφίμων των ασύλων φρενοβλαβών αλλά και των οικογενειών τους, μια πρόταση σαφώς πολύ μπροστά από την εποχή της…




Η Νόσος του Πάρκινσον



Πραγματική ιατρική ιστορία θα έγραφε όμως το 1817, όταν δημοσίευσε τη μνημειώδη πλέον μελέτη του για την «Τρομώδη Παράλυση», η οποία θα καθιέρωνε τις παρατηρήσεις του ως μια νέα κλινική οντότητα. Εκεί παρέχει την κλινική περιγραφή που περιγράψαμε στον πρόλογο, που είναι και ο πρώτος κλασικός ορισμός (αν και θεωρείται πλέον αρκετά περιοριστικός) για τη νευροεκφυλιστική νόσο.

Τέσσερις δεκαετίες αργότερα, ο περίφημος γιατρός Σαρκό θα ανέσυρε την ξεχασμένη μελέτη του Πάρκινσον από τα ιατρικά χρονοντούλαπα και θα έδινε στις ακριβέστατες κλινικές παρατηρήσεις του την απαραίτητη επικαιροποίηση, αποκαλώντας πια το νευρολογικό σύνδρομο «Νόσο του Πάρκινσον».



Πέντε χρόνια πριν, το 1812, ο Πάρκινσον βοήθησε τον γιο του, επίσης χειρουργό, στην πρώτη περιγραφή μιας νόσου που θα γινόταν γνωστή ως σκωληκοειδίτιδα(!), γράφοντας άλλη μια φορά ιατρική ιστορία στην Αγγλία. Είναι μάλιστα η πρώτη φορά που περιγράφεται ως αιτία θανάτου η συγκεκριμένη νόσος… 




Ο γιατρός που έγινε παλαιοντολόγος



Σταδιακά, το ερευνητικό ενδιαφέρον του Πάρκινσον απομακρύνθηκε από την ιατρική καθώς πλέον τον απασχολούσε η Φύση. Ήταν ήδη εξάλλου μανιώδης συλλέκτης απολιθωμάτων και παλαιολιθικών δειγμάτων και κάποια στιγμή αποφάσισε να μελετήσει καλύτερα τους κλάδους της γεωλογίας και της παλαιοντολογίας.

Το 1801 χτύπησε με ένα δοκίμιο για την παλαιοντολογία, το «Chemical Pocket», το οποίο έγινε αμέσως πρακτικό εγχειρίδιο για τους φοιτητές και τους ερασιτέχνες. Τα γραπτά του στράφηκαν έτσι στην παλαιοντολογία, καθώς ο νέος κλάδος, πέρα από την επιστημοσύνη του, του επέτρεπε να κάνει ταξίδια με την οικογένεια και τους φίλους του για να συλλέγουν δείγματα φυτών και απολιθώματα.



Στη δεύτερη μάλιστα έκδοση του παλαιοντολογικού συγγράμματός του καλεί τους παλαιοντολόγους σε γενική συστράτευση για την προαγωγή του κλάδου και την ενημέρωση του κοινού σε θέματα ειδικού ενδιαφέροντος. Προσπαθώντας ο ίδιος να μάθει περισσότερα για το νέο του πάθος, συνειδητοποίησε με έκπληξη την έλλειψη σχετικής βιβλιογραφίας στην αγγλική, γι’ αυτό και έγραψε το πρακτικό εγχειρίδιό του για την παλαιοντολογία, τομή τότε στα βρετανικά χρονικά.

Το 1804 κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος του κλασικού στον χώρο της παλαιοντολογίας πονήματός του «Οργανικά Απομεινάρια του Παλιού Κόσμου» (Organic Remains of the Former World), το οποίο ο σπουδαίος βιολόγος Γκίντεον Μάντελ χαρακτήρισε το 1850 ως «την πρώτη απόπειρα να δοθεί μια επιστημονική περιγραφή … συνοδευόμενη από εικόνες απολιθωμάτων», κάτι που είδε ως «ένα αξιομνημόνευτο γεγονός στην ιστορία της βρετανικής παλαιοντολογίας».



Ο δεύτερος και τρίτος τόμος κυκλοφόρησαν το 1808 και το 1811 αντίστοιχα, με τον Πάρκινσον να διατηρεί πάντοτε το ιατρείο του και να ασκεί καθημερινά το λειτούργημα του γιατρού. Κατόπιν έγραψε μια σειρά ακόμα από δοκίμια γεωλογίας και παλαιοντολογίας, με τη συνεισφορά του στον κλάδο να λογίζεται πια κολοσσιαία…




Κατοπινά χρόνια



Αφού ανέτρεψε παραδεδομένες επιστημονικές πεποιθήσεις για τη γεωλογία και τον φλοιό της Γης(!), μελετώντας τα αγαπημένα του απολιθώματα αλλά και πλήθος πετρωμάτων, τον Νοέμβριο του 1797 συναντήθηκε με τους επιστήμονες φίλους του, μεταξύ αυτών και ο σπουδαίος εφευρέτης και χημικός σερ Χάμφρι Ντέιβι, και αποφάσισαν να ιδρύσουν τη Γεωλογική Εταιρία του Λονδίνου!

Ο Πάρκινσον έγραφε στην επιθεώρηση του επιστημονικού θεσμού και καταπιανόταν με πολλά πια γεωλογικής υφής θέματα, τα οποία τα έκανε βιβλία μόλις ολοκλήρωνε τις μελέτες του. Έγραψε από πονήματα ορυκτολογίας μέχρι και μια σειρά ακόμα ειδικών θεμάτων της γεωλογικής επιστήμης, συμβάλλοντας τα μέγιστα στην καθιέρωση αλλά και τη διάδοση του κλάδου.



Παρά το γεγονός ότι η Νόσος του Πάρκινσον παραμένει μια από τις γνωστότερες «επώνυμες» παθήσεις, ο ίδιος ο γιατρός πολύ λίγης προσοχής έτυχε από τη βρετανική ιατρική κοινότητα για την ανακάλυψή του. Κι ενώ ο Σαρκό την είχε ήδη ονομάσει «Νόσο του Πάρκινσον», θα έπρεπε ο αγγλοσαξονικός κόσμος να περιμένει το 1912 και το άρθρο του Αμερικανού J.G. Rowntree στο 23ο τεύχος της επιστημονικής επιθεώρησης «Bulletin of the Johns Hopkins Hospital» για να πληροφορηθεί από τον τίτλο του ακόμα:

«Γέννημα Άγγλος, θρέμμα Άγγλος, ξεχασμένος από τους Άγγλους και από τον κόσμο γενικότερα, αυτή ήταν η μοίρα του Τζέιμς Πάρκινσον».




Ο σπουδαίος γιατρός, κοινωνικός στοχαστής, παλαιοντολόγος και γεωλόγος Τζέιμς Πάρκινσον άφησε την τελευταία του πνοή στις 21 Δεκεμβρίου 1824 χτυπημένος από εγκεφαλικό επεισόδιο, έχοντας ήδη αλλάξει, αν και εν αγνοία του, την ιστορία της ιατρικής…


Πηγή

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

Καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.



…Ένας πανάρχαιος μύθος των ινδιάνων, Σου, λέει πως ήρθαν κάποτε στη σκηνή του γέρου μάγου της φυλής, πιασμένοι χέρι χέρι, ο Άγριος Ταύρος, ο πιο γενναίος και τιμημένος νέος πολεμιστής, και το Ψηλό Σύννεφο, η κόρη του αρχηγού, μία από τις ωραιότερες γυναίκες της φυλής.

“Αγαπιόμαστε” αρχίζει ο νέος.
“Και θα παντρευτούμε” λέει εκείνη.
“Και αγαπιόμαστε τόσο που φοβόμαστε…”
“Θα θέλαμε κάποιο μαγικό, ένα χαϊμαλί, ένα φυλαχτό…”
“Κάτι που θα μας εγγυάται ότι θα είμαστε για πάντα μαζί.”
“Που θα μας εξασφαλίσει ότι θα είμαστε ο ένας στο πλευρό του άλλου ώσπου να συναντήσουμε τον Μανιτού, την ημέρα του θανάτου.”
“Σε παρακαλούμε” ικετεύουν, “πες μας τι μπορούμε να κάνουμε…”

Ο μάγος τούς κοιτάζει και συγκινείται που βλέπει τόσο νέους, τόσο ερωτευμένους, να λαχταρούν τόσο μια του λέξη.
“Υπάρχει κάτι…” λέει τελικά ο σοφός μάγος μετά από αρκετή ώρα. “Αλλά δεν ξέρω… είναι ένα έργο πολύ δύσκολο και απαιτεί θυσίες.”
“Δεν μας πειράζει” λένε κι οι δύο.
“Ό,τι και να’ ναι” επιβεβαιώνει ο Άγριος Ταύρος.

“Ωραία” λέει ο μάγος. “Ψηλό Σύννεφο, βλέπεις το βουνό που είναι βόρεια από το χωριό μας; Πρέπει να ανέβεις μόνη σου, χωρίς τίποτε άλλο εκτός από ένα δίχτυ και τα χέρια σου και να κυνηγήσεις το πιο όμορφο και δυνατό γεράκι του βουνού. Αν το πιάσεις, πρέπει να το φέρεις εδώ ζωντανό την τρίτη μέρα μετά την πανσέληνο. Κατάλαβες;”
Η νεαρή κοπέλα συγγατανεύει σιωπηλά.

“Κι εσύ, Άγριε Ταύρε” συνεχίζει ο μάγος, “πρέπει να ανέβεις το βουνό του κεραυνού, κι όταν φτάσεις στην κορυφή να βρεις τον πιο άγριο απ’ όλους τους αετούς, και με τα χέρια σου μόνο κι ένα δίχτυ να τον πιάσεις χωρίς να το τραυματίσεις και να τον φέρεις μπροστά μου, ζωντανό, την ίδια μέρα που θα έρθει και το Ψηλό Σύννεφο… 
Πηγαίνετε τώρα.”
Οι δύο νέοι κοιτάζονται με τρυφερότητα, κι ύστερα από ένα φευγαλέο χαμόγελο φεύγουν για να εκπληρώσουν την αποστολή που τους ανατέθηκε. Εκείνη πάει προς το βορρά, εκείνος προς το νότο…


Την καθορισμένη ημέρα, μπροστά στη σκηνή του μάγου, περιμένουν οι δύο νέοι, ο καθένας με μια πάνινη τσάντα που περιέχει το πουλί που τους ζητήθηκε.
Ο μάγος τούς λέει να βγάλουν τα πουλιά από τις τσάντες με μεγάλη προσοχή. 

Οι νέοι κάνουν αυτό που τους λέει, και παρουσιάζουν στον γέρο για να τα εγκρίνει τα πουλιά που έπιασαν. Είναι πανέμορφα· χωρίς αμφιβολία, τα καλύτερα του είδους τους.
“Πετούσαν ψηλά;” ρωτάει ο μάγος.
“Ναι, βέβαια. Κι εμείς, όπως μας ζητήσατε… Και τώρα;” ρωτάει ο νέος. “Θα τα σκοτώσουμε και θα πιούμε την τιμή από το αίμα τους;”
“Όχι” λέει ο γέρος.
“Να τα μαγειρέψουμε και να φάμε τη γενναιότητα από το κρέας τους;” προτείνει η νεαρή.
“Όχι” ξαναλέει ο γέρος. “Κάντε ό,τι σας λέω. Πάρτε τα πουλιά και δέστε τα μεταξύ τους από τα πόδια μ’ αυτές τις δερμάτινες λωρίδες… Αφού τα δέσετε, αφήστε τα να φύγουν· να πετάξουν ελεύθερα.”

Ο πολεμιστής και η νεαρή κοπέλα κάνουν ό,τι ακριβώς τους έχει πει ο μάγος, και στο τέλος ελευθερώνουν τα πουλιά.
Ο αετός και το γεράκι προσπαθούν να πετάξουν, αλλά το μόνο που καταφέρνουν είναι να στριφογυρίζουν και να ξαναπέφτουν κάτω. Σε λίγα λεπτά, εκνευρισμένα που δεν καταφέρνουν να πετάξουν, τα πουλιά επιτίθενται με τσιμπήματα το ένα εναντίον του άλλου μέχρι που πληγώνονται.

“Αυτό είναι το μαγικό. Μην ξεχάσετε ποτέ αυτό που είδατε σήμερα. Τώρα, είστε κι εσείς ένας αετός κι ένα γεράκι. Αν δεθείτε ο ένας με τον άλλο, ακόμη κι αν το κάνετε από αγάπη, όχι μόνο θα σέρνεστε στη ζωή σας, αλλά επιπλέον, αργά ή γρήγορα, θα αρχίσετε να πληγώνετε ο ένας τον άλλον. Αν θέλετε η αγάπη σας να κρατήσει για πάντα, να πετάτε μαζί, αλλά ποτέ δεμένοι.”


[...]



Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.

Μπορώ να κάνω ένα σωρό πράγματα για να σου εκφράσω, να σου δείξω, να σου αποδείξω, να επιβεβαιώσω ή να υποστηρίξω ότι σ’ αγαπώ, όμως, μόνο ένα πράγμα μπορώ να κάνω με την αγάπη μου, κι αυτό είναι να Σ’ ΑΓΑΠΩ, να ασχολούμαι μαζί σου, να εκδηλώνω τα συναισθήματά μου όπως τα νιώθω. Και το πώς τα αισθάνομαι είναι ο δικός μου τρόπος να σ’ αγαπώ.

Μπορείς να το δεχτείς ή μπορείς να το απορρίψεις, μπορείς να καταλάβειςτ τι σημαίνει ή μπορείς να το αγνοήσεις παντελώς. Αυτός, όμως, είναι ο τρόπος μου να σ΄αγαπώ· δεν έχω άλλον.

Ο καθένας έχει έναν μόνο τρόπο ν’ αγαπάει: τον δικό του.

Στο χώρο της ψυχικής υγείας συναντάμε πολλές φορές άτομα που έμαθαν –λανθασμένα και χωρίς να καταλάβουν πώς–, ότι αγάπη είναι να χτυπάς, και καταλήγουν να παντρεύονται κάποιους που τους χτυπούν προκειμένου να αισθανθούν ότι τους αγαπούν (πολλές κακοποιημένες γυναίκες υπήρξαν κακοποιημένες θυγατέρες).

Για αιώνες κακοποιούσαν ή πλήγωναν οι γονείς τα παιδιά τους λέγοντας ότι το κάνουν για το καλό τους: “Εμένα με πονάει περισσότερο που πρέπει να σε δείρω”, λένε συχνά οι γονείς.

Και στα πέντε σου, δεν είσαι σε θέση να κρίνεις αν είναι ή δεν είναι πράγματι έτσι.

Και προσαρμόζεσαι· αλλάζεις συμπεριφορά.

Και εξακολουθείς, πολλές φορές, να τρως ξύλο και να το θεωρείς ωφέλιμο.



Όταν δούλευα με εξαρτημένους, την εποχή που έκανα ειδικότητα στην ψυχιατρική, παρακολουθούσα μια γυναίκα που είχε πατέρα αλκοολικά και παντρεύτηκε με τη σειρά της έναν αλκοολικό άντρα. Τη γνώρισα στην κλινική όπου ο άντρας της ήταν εσωτερικός ασθενής. Επί χρόνια συνόδευε τον σύζυγό της στις ομάδες Ανώνυμων Αλκοολικών στην προσπάθεια να ξεπεράσει τον εθισμό του, από τον οποίο έπασχε για πάνω από δώδεκα χρόνια.

Τελικά, εκείνος κατάφερε να απέχει από το αλκοόλ επί είκοσι τέσσερις μήνες. Τότε ήρθε η γυναίκα του για να μου πει ότι, μετά από δεκαέξι χρόνια γάμου, ένιωθε ότι η αποστολή της είχε λήξει η υγεία του συζύγου της είχε αποκατασταθεί… Εγώ, τότε που ήμουν είκοσι επτά χρόνων και νεοδιορισμένος γιατρός, ερμήνευσα ότι, στην πραγματικότητα, αυτό που ήθελε ήταν να θεραπεύσει τον πατέρα της αντικαθιστώντας τη θεραπεία του πατέρα με αυτή του συζύγου.

Εκείνη είπε: “Μπορεί, τώρα πάντως δεν με συνδέει τίποτα με τον σύζυγό μου. Υπέφερα πολύ από τον αλκοολισμό του, αλλά έμεινα κοντά του για να μην τον εγκαταλείψω στη μέση της θεραπείας τώρα όμως δεν θέλω να ξέρω τίποτα πια γι’ αυτόν”.

Πράγματι, χώρισαν. Ένα χρόνο αργότερα, τελείως τυχαία, κάπου αλλού συναντηθήκαμε με τη γυναίκα αυτή που είχε κάνει μια καινούργια σχέση. 

Είχε ξαναπαντρευτεί… έναν άντρα επίσης αλκοολικό.

Οι ιστορίες αυτές, που δεν μπορούμε να καταλάβουμε με τη λογική, έχουν να κάνουν με τον τρόπο που κουβαλάει κανείς μέσα του δικά του άλυτα θέματα· με το πώς αντιλαμβάνεται την αγάπη.

Το Σ’ ΑΓΑΠΩ και ΣΟΥ ΔΕΙΧΝΩ ΟΤΙ Σ’ ΑΓΑΠΩ μπορεί να είναι δύο πράγματα τελείως διαφορετικά για μένα και για σένα.

Και εδώ, όπως και σε όλα τα θέματα, μπορεί να διαφωνήσουμε ριζικά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ένας από τους δύο κάνει αναγκαστικά λάθος.
Παραδείγματος χάριν: ξέρω πως η μαμά μου μπορεί να σου δείχνει ότι σ’ αγαπάει με διάφορους τρόπους, όπως όταν είσαι σε καλεί στο σπίτι και φτιάχνει τα φαγητά που σου αρέσουν. Αν λοιπόν, για τη μέρα που σ’ έχει καλέσει, έχει ετοιμάσει δύο ή και τρία από εκείνα τα υπέροχα αραβικά φαγητά που για να τα φτιάξει χρειάστηκε να περάσουν πεντ’-έξι μέρες στην κουζίνα ζυμώνοντας, ξεφλουδίζοντας, τεμαχίζοντας και βράζοντας τα υλικά, αυτό για τη μαμά μου σημαίνει ότι σ’ αγαπάει.
Και αν δεν έχεις μάθει να ερμηνεύεις αυτόν τον τρόπος έκφρασης, μπορεί να μην καταλάβεις ότι γι’ αυτήν είναι το ίδιο σαν να λέει σ’ αγαπώ. Αυτό σημαίνει ότι είναι εκδηλωτική; Δεν ξέρω. Σε κάθε περίπτωση, είναι ο ΔΙΚΟΣ ΤΗΣ τρόπος να λέει σ’ αγαπώ. Αν δεν μάθω να διαβάζω το μήνυμα που εκφράζουν έμμεσα αυτές οι κινήσεις, δεν θα μπορέσω ποτέ να αποκωδικοποιήσω το μήνυμα που εκφράζει ο άλλος. (Μια φορά την εβδομάδα, - όταν ζυγίζομαι -  επιβεβαιώνω πόσο πολύ μ’ αγαπούσε η μαμά μου, και πόσο καλά αποκωδικοποίησα το μήνυμά της!)


Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, σου αφιερώνει ένα μέρος της ζωής, του χρόνου και του ενδιαφέροντός του.
Όταν σ’ αγαπάει κάποιος, οι πράξεις του σου λένε καθαρά πόσο πολύ νοιάζεται για σένα.

Μπορεί ν’ αποφασίσω να κάνω κάτι που θέλεις, με τη φαντασίωση ότι θα καταλάβεις πόσο σ’ αγαπώ. Κάποια φορά μπορεί να το κάνω, άλλοτε μπορεί και όχι. Αν και δεν μου αρέσει, μπορεί να σηκωθώ από τα χαράματα της 13ης Δεκεμβρίου, να στολίσω το σπίτι και να ετοιμάσω το πρωινό γεμίζοντας τους τοίχους με αφίσες και το κρεβάτι με δώρα, και για το βράδυ να έχω καλέσει ένα σωρό κόσμο…
Ξέροντας πόσο σε συγκινεί, είναι πιθανό κάποια φορά να το δεις να γίνεται, αν έχω διάθεση. Αν, όμως, επιβάλλεται να κάνω το ίδιο κάθε χρόνο, κι εγώ το επαναλαμβάνω μόνο και μόνο για να σ’ ευχαριστήσω… μην έχεις και την απαίτηση να το απολαμβάνω. 

Γιατί, αν δεν είναι κάτι που κι εγώ θέλω από μόνος μου, ίσως είναι καλύτερο και για τους δυο μας να μη το κάνω καθόλου.
Βέβαια, αν εγώ δεν έχω ποτέ διάθεση να κάνω κάτι τέτοιο, ούτε και τίποτ’ απ’ αυτά που ξέρω ότι σου αρέσουν, τότε κάτι συμβαίνει.


Με τη συμβίωση, θα μπορούσα να μάθω να χαίρομαι με την ψυχική ικανοποίηση που σου προσφέρω, έτσι όπως εσύ το προτιμάς. Και πράγματι, έτσι γίνεται. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με ορισμένες απόψεις που λίγο-πολύ δέχονται όλοι, απόψεις που φαίνονται να είναι αντίθετες με αυτό που μόλις είπα, και με τις οποίες, ασφαλώς, δεν συμφωνώ.


Μιλάω συγκεκριμένα για τις θυσίες στην αγάπη.

Μερικές φορές ο κόσμος θέλει να με πείσει ότι πέρα από την ιδέα τού να είναι κανείς ευτυχισμένος, σημαντικές σχέσεις είναι εκείνες όπου ο ένας είναι ικανός να θυσιάζεται για τον άλλον. Η αλήθεια είναι πως εγώ δεν πιστεύω ότι η αγάπη είναι χώρος θυσίας. 

Δεν πιστεύω ότι όταν θυσιάζεται κανείς για τον άλλον, αυτό αποτελεί εγγύηση αγάπης, και ακόμη λιγότερο, ότι η θυσία αποδεικνύει την αγάπη μου για τον άλλο.

Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που εγγυάται την ικανότητα να χαιρόμαστε πράγματα μαζί, κι όχι ένα μέτρο για το πόσο είμαι διατεθειμένος να υποφέρω για σένα, ή πόσο είμαι έτοιμος να απαρνηθώ τον ίδιο μου τον εαυτό.

Σε κάθε περίπτωση, το μέτρο της αγάπης μας δεν το καθορίζει ο πόνος που μπορεί να μοιραστούμε – έστω κι αν αυτό αποτελεί μέρος της ζωής. 

Η αγάπη μας μετριέται και δυναμώνει ανάλογα με το πόσο ικανοί είμαστε να περπατάμε μαζί σ’ αυτόν τον δρόμο, να απολαμβάνουμε κάθε βήμα όσο γίνεται περισσότερο, και να αυξάνουμε την ικανότητα μας να χαιρόμαστε ακριβώς αυτό: το ότι είμαστε μαζί. 


Χόρχε Μπουκάι 
από το  “Ο δρόμος της συνάντησης”, ΦΥΛΛΑ ΠΟΡΕΙΑΣ ΙΙ  
[εκδ.  opera/animus ]